Σελίδες

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Η δικτατορία των υποτελών

H κυπριακή εκδοχή ενός πολιτικού ρεύματος τα τσουχτερά πλοκάμια του οποίου άρχισαν να τυλίγουν ασφυκτικά τον πλανήτη.

Άντονι Γκόρμλεϊ, «Building 1-5», 2013.

Οι Κύπριοι είναι ένας λαός υποτελής. Με την έννοια που προσέδιδε ο Γκράμσι στον όρο. Είναι αυτόβουλα υποτελείς στις ίδιες τους τις ιδεοληψίες. Θεσμοί και ιδέες ή σχολές σκέψης έχουν αποκτήσει τη δική τους αυτονομία και οι εκφραστές τους, κυρίως οι εκπρόσωποι των κυρίαρχων τάξεων, διατηρούν ξεκούραστα την αποτελεσματικότητα της ηγεμονίας τους. Ένα ολόκληρο σύστημα ιδεών και αξιών παραμένει ακλόνητο όσο οι υποτελείς μάζες το ασπάζονται, ανανεώνοντας αέναα την εντολή επικυριαρχίας –όχι με την ψήφο, αλλά με την κατεστημένη νοοτροπία.

Το πιο απλό και δραστικό τρικ σ’ αυτή τη διαδικασία είναι η προοπτική ανέλιξης που αφήνουν να εννοηθεί ότι υπάρχει στους από κάτω, η φαντασιακή ταύτιση με κάποιες θέσεις εξουσίας, αλλά και κάποια συμβολική, ελεγχόμενη ενσωμάτωση κάποιων αιτημάτων μόνο και μόνο για να απορροφούνται οι κοινωνικοί κραδασμοί. Στον λαό δίνεται η ψευδαίσθηση της ισχύος μέσω εκλογικών διαδικασιών που απλώς ανακατεύουν την ίδια, σημαδεμένη τράπουλα.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της υποτέλειας, όπως έχουμε ξαναπεί, είναι η συνεχής ανάδευση της μνησικακίας όπως εκφράζεται ως συνδυασμός ενός καταπιεσμένου αιτήματος εκδίκησης και μιας εσωτερικευμένης αίσθησης ανημποριάς. Η υπόσχεση της εθνικής δικαίωσης, αλλά και της κοινωνικής ανέλιξης, είναι το πιο ακαταμάχητο τυράκι για τη μάζα, που λαχταρά να μαυροπινακίσει εχθρούς και ανταγωνιστές, κατρακυλώντας σε μια παθητική και συνάμα αριβιστική στάση, που μηρυκάζει συναισθήματα όπως ο φθόνος, η μοχθηρία και η κακεντρέχεια. Θρέφεται από τα απόβλητα του καιροσκοπισμού και της αυτοθυματοποίησης.

Το φαινόμενο αυτό δεν συναντάται φυσικά μόνο στην Κύπρο. Φρονώ όμως ότι το μικρό μέγεθος με το αντιστρόφως ανάλογα διογκωμένο «εγώ» των κατοίκων, ο γεωγραφικός περιορισμός, οι πολιτικές συνθήκες και οι πολιτισμικές προσλαμβάνουσες θέτουν έναν μεγεθυντικό φακό που καθιστά την παρατήρηση εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Τοξικά αέρια πνίγουν την πολιτική μας κουλτούρα αλλά και τον δημόσιο λόγο, που στη νέα εποχή έχει διαπλατυνθεί στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε ιστότοπους που βρίθουν από αλαλάζοντα κύμβαλα, τα οποία ανακυκλώνουν τις ηθικές συντεταγμένες αυτής της ακατανίκητης εθελοδουλίας.

Είναι μέσα σε αυτές τις ιδιάζουσες συνθήκες που επωάζεται το αυγό του επάρατου, επανακάμψαντος εθνικισμού, της κυπριακής εκδοχής ενός πολιτικού ρεύματος τα τσουχτερά πλοκάμια του οποίου άρχισαν να τυλίγουν ασφυκτικά τον δύσμοιρο πλανήτη. Στην Κύπρο το κλίμα αυτό εντείνεται διαχρονικά από το δυσβάσταχτο τραύμα του 1974 και την (αν)ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή. Το δίκαιο αίτημα για πολιτική αποκατάσταση ταυτίζεται και συγχέεται συχνά με την αλυτρωτική ρητορική, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται. Η εγγενής καχυποψία και η αφήγηση του προαιώνιου εχθρού, η μπότα του οποίου εξακολουθεί να μας πατάει τον κάλο, έχει διαποτίσει σε βαθμό μη αναστρέψιμο το εθνικό φαντασιακό. Στο μεγαλύτερο μέρος της η κοινωνία είναι πολιτικά ανώριμη να επεξεργαστεί τις πραγματικότητες, οι οποίες άγονται και φέρονται από τα εκάστοτε γεωπολιτικά συμφέροντα.

Δεδομένου ότι το νησί δεν βιώνει τις παρενέργειες του μεταναστευτικού ζητήματος στον βαθμό που τον βιώνουν άλλες χώρες του δυτικού τόξου, ο λύκος του φασισμού έχει την ευχέρεια να ενδύεται προβιά αμνού και να τροφοδοτείται από τη διαλεκτική ένταση της κυπριακής ιδιαιτερότητας. Ολοένα και περισσότεροι συλλαμβάνουν τον εαυτό τους μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον να μην ξενίζεται από τις απόψεις του ΕΛΑΜ και να μην ενεργοποιεί τα δημοκρατικά αντανακλαστικά, επιτρέποντας ένα πασιφανές ηθικό και πολιτικό ξέπλυμα. Αυτό με τη σειρά του δυνητικά ενισχύει το έρεισμα του νεοναζιστικού μορφώματος, σε βαθμό που μπορεί να αποδειχθεί ανεξέλεγκτο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τη ροπή προς την υποτέλεια.

Είναι επείγουσα η ανάγκη η εκπαίδευση και ο πολιτισμός να μετακινήσουν τα στεγανά του φαντασιακού και της επικρατούσας αντίληψης, ώστε να οδηγήσουν έγκαιρα στη συνειδητοποίηση ότι η αντίσταση και η διεκδίκηση είναι αντικείμενα γνώσης μετουσιωμένης σε δράση, που μπορούν να βάλουν φρένο στον παραλογισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου