Είναι διάχυτη η αίσθηση ότι το γυαλί ανάμεσα στον ΘΟΚ και την κυπριακή θεατρική κοινότητα έχει ραγίσει οριστικά.
Χωρίς να λέω ότι υπήρξε ποτέ περίοδος στην ιστορία του οργανισμού που έλειψαν οι εντάσεις και οι διαξιφισμοί, θεωρώ ότι το υπό τον Γιάννη Τουμαζή ΔΣ μπορεί να θεωρείται πλέον το πιο αποξενωμένο, αλλά και το πιο απαξιωμένο από τη θεατρική βάση διοικητικό σχήμα στην ιστορία του οργανισμού. Δεν γνωρίζω σε ποιο βαθμό τα μέλη εισπράττουν το αρνητικό κλίμα και την καχυποψία –σε κάθε τους απόφαση πλέον– ή αν ζουν στη δική τους φούσκα, που περιλαμβάνει αποκλειστικά το θεατρικό προϊόν του οργανισμού ως αποτέλεσμα των δικών τους κινήσεων.
Το αν κρίνεται πετυχημένο ή αποτυχημένο το έργο που έχει παραγάγει αυτό το ΔΣ για τον οργανισμό, αλλά και το κυπριακό θέατρο, είναι μια άλλη ιστορία κι είναι επίσης κάτι που δεν μπορούμε να κρίνουμε τώρα, αλλά θα φανεί στην πορεία. Κι αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, δεν μπορούμε να μην πιστώσουμε τα μέλη με μια διάθεση οδοστρωτήρα για τομές που προηγουμένως θεωρούνταν αδιανόητες.
Δεν ξέρω τι όνειρο είχε ο δει ο Νίκος Αναστασιάδης πριν από 40 μήνες, όταν πείστηκε για την ιδανική σύσταση του διοικητικού σχήματος, έχοντας στο βάθος του μυαλού, πέραν των παραδοσιακών κριτηρίων που κατά κανόνα καθορίζουν τις επιλογές για τα συμβούλια των ημικρατικών, την ανάγκη να μπει και μια τεχνοκρατική πινελιά στη διοίκηση του κρατικού θεάτρου. Εν πάση περιπτώσει, είτε λόγω αδιαφορίας και μειωμένης γνώσης από πλευράς του Προεδρικού για τον χειρισμό των θεμάτων του πολιτισμού, είτε λόγω υπερβολικής σιγουριάς για το ορθό της φιλοσοφίας των αρχικών επιλογών, το αποτέλεσμα είναι σήμερα ένας ΘΟΚ που εκπέμπει την εικόνα όχι του ακέφαλου, αλλά του υδροκέφαλου οργανισμού.
Επιπλέον, όλα αυτά τα χρόνια το ΔΣ πορεύτηκε χωρίς διευθυντή και για ένα μεγάλο διάστημα χωρίς την αρωγή της καλλιτεχνικής επιτροπής, με αποτέλεσμα να επωμίζεται ένα αβάσταχτο βάρος ευθυνών και αρμοδιοτήτων και να έχει στα χέρια του υπερεξουσίες σε σχέση με τη διαχείριση του ίδιου του οργανισμού, αλλά και της θεατρικής ανάπτυξης στην Κύπρο.
Η περίπτωση των Βραβείων Θεάτρου είναι ενδεικτική. Με τυμπανοκρουσίες το ΔΣ πριν από τρία χρόνια είχε εξαγγείλει τη μετονομασία των πάλαι ποτέ Βραβείων ΘΟΚ κι ένα νέο πλαίσιο για τον εκσυγχρονισμό τους, σε συνέχεια μιας προσπάθειας που είχε ξεκινήσει από το προηγούμενο ΔΣ. Σήμερα φτάσαμε να τελούμε την κηδεία του θεσμού αυτού, όπως παρατήρησε και ο Γιώργος Νεοφύτου. Για το «ύστατο» χαίρε, μάλιστα, ο οργανισμός επέλεξε να προκαλέσει κι άλλο τους ντόπιους καλλιτέχνες αναθέτοντας αψυχολόγητα τη σκηνοθεσία και παρουσίαση σε ουρανοκατέβατους καλλιτέχνες από την Ελλάδα, άτομα καταξιωμένα μεν, αλλά εκτός της εγχώριας θεατρικής ζωής την οποία τα βραβεία αυτά υποτίθεται ότι αφορούν. Κι όλα αυτά τη στιγμή που ο θεσμός έχει ευτελιστεί από το μηδενικό χρηματικό έπαθλο, το αμφιλεγόμενο σύστημα αξιολόγησης και το υπερβολικά γενναιόδωρο μοίρασμα υποψηφιοτήτων, εν είδει στραγαλιών, για να μείνουν όσο το δυνατόν περισσότεροι ικανοποιημένοι.
Με στραβό μάτι κοιτάζουν οι καλλιτέχνες τον ΘΟΚ τόσο σε σχέση με τη ρεπερτοριακή πολιτική και τις επιλογές που αφορούν στο καλλιτεχνικό προσωπικό, όσο βέβαια και με την πονεμένη ιστορία του Σχεδίου Θυμέλη, το οποίο, όπως και να το... μαγειρέψει κανείς, η γεύση θα είναι μονίμως άνοστη για την πλειονότητα των σχημάτων. Το πράγμα ήρθε να δέσει τώρα με την υπόθεση του καλλιτεχνικού διευθυντή, που σαν να μην έφτανε η καθυστέρηση που σημειώθηκε στα κακολαδωμένα γρανάζια της κρατικής γραφειοκρατίας μέχρι να προκηρυχθεί η θέση, ο οργανισμός επέτρεψε τη διασπορά απαράδεκτων φημών περί προποφασισμένης επιλογής.
Θα έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε το κλίμα που θα επικρατήσει στην αποχαιρετιστήρια τελετή των βραβείων, που φέτος συμπίπτει με την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να εναποθέσω κάπου αλλού τις ελπίδες μου για αντιστροφή του αρνητικότατου κλίματος πέρα από την κομβική αλλαγή, με την ανάληψη καθηκόντων από τον πρώτο καλλιτεχνικό διευθυντή που θα βάλει την υπογραφή του στη νέα εποχή του οργανισμού.
Χωρίς να λέω ότι υπήρξε ποτέ περίοδος στην ιστορία του οργανισμού που έλειψαν οι εντάσεις και οι διαξιφισμοί, θεωρώ ότι το υπό τον Γιάννη Τουμαζή ΔΣ μπορεί να θεωρείται πλέον το πιο αποξενωμένο, αλλά και το πιο απαξιωμένο από τη θεατρική βάση διοικητικό σχήμα στην ιστορία του οργανισμού. Δεν γνωρίζω σε ποιο βαθμό τα μέλη εισπράττουν το αρνητικό κλίμα και την καχυποψία –σε κάθε τους απόφαση πλέον– ή αν ζουν στη δική τους φούσκα, που περιλαμβάνει αποκλειστικά το θεατρικό προϊόν του οργανισμού ως αποτέλεσμα των δικών τους κινήσεων.
Το αν κρίνεται πετυχημένο ή αποτυχημένο το έργο που έχει παραγάγει αυτό το ΔΣ για τον οργανισμό, αλλά και το κυπριακό θέατρο, είναι μια άλλη ιστορία κι είναι επίσης κάτι που δεν μπορούμε να κρίνουμε τώρα, αλλά θα φανεί στην πορεία. Κι αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, δεν μπορούμε να μην πιστώσουμε τα μέλη με μια διάθεση οδοστρωτήρα για τομές που προηγουμένως θεωρούνταν αδιανόητες.
Δεν ξέρω τι όνειρο είχε ο δει ο Νίκος Αναστασιάδης πριν από 40 μήνες, όταν πείστηκε για την ιδανική σύσταση του διοικητικού σχήματος, έχοντας στο βάθος του μυαλού, πέραν των παραδοσιακών κριτηρίων που κατά κανόνα καθορίζουν τις επιλογές για τα συμβούλια των ημικρατικών, την ανάγκη να μπει και μια τεχνοκρατική πινελιά στη διοίκηση του κρατικού θεάτρου. Εν πάση περιπτώσει, είτε λόγω αδιαφορίας και μειωμένης γνώσης από πλευράς του Προεδρικού για τον χειρισμό των θεμάτων του πολιτισμού, είτε λόγω υπερβολικής σιγουριάς για το ορθό της φιλοσοφίας των αρχικών επιλογών, το αποτέλεσμα είναι σήμερα ένας ΘΟΚ που εκπέμπει την εικόνα όχι του ακέφαλου, αλλά του υδροκέφαλου οργανισμού.
Επιπλέον, όλα αυτά τα χρόνια το ΔΣ πορεύτηκε χωρίς διευθυντή και για ένα μεγάλο διάστημα χωρίς την αρωγή της καλλιτεχνικής επιτροπής, με αποτέλεσμα να επωμίζεται ένα αβάσταχτο βάρος ευθυνών και αρμοδιοτήτων και να έχει στα χέρια του υπερεξουσίες σε σχέση με τη διαχείριση του ίδιου του οργανισμού, αλλά και της θεατρικής ανάπτυξης στην Κύπρο.
Η περίπτωση των Βραβείων Θεάτρου είναι ενδεικτική. Με τυμπανοκρουσίες το ΔΣ πριν από τρία χρόνια είχε εξαγγείλει τη μετονομασία των πάλαι ποτέ Βραβείων ΘΟΚ κι ένα νέο πλαίσιο για τον εκσυγχρονισμό τους, σε συνέχεια μιας προσπάθειας που είχε ξεκινήσει από το προηγούμενο ΔΣ. Σήμερα φτάσαμε να τελούμε την κηδεία του θεσμού αυτού, όπως παρατήρησε και ο Γιώργος Νεοφύτου. Για το «ύστατο» χαίρε, μάλιστα, ο οργανισμός επέλεξε να προκαλέσει κι άλλο τους ντόπιους καλλιτέχνες αναθέτοντας αψυχολόγητα τη σκηνοθεσία και παρουσίαση σε ουρανοκατέβατους καλλιτέχνες από την Ελλάδα, άτομα καταξιωμένα μεν, αλλά εκτός της εγχώριας θεατρικής ζωής την οποία τα βραβεία αυτά υποτίθεται ότι αφορούν. Κι όλα αυτά τη στιγμή που ο θεσμός έχει ευτελιστεί από το μηδενικό χρηματικό έπαθλο, το αμφιλεγόμενο σύστημα αξιολόγησης και το υπερβολικά γενναιόδωρο μοίρασμα υποψηφιοτήτων, εν είδει στραγαλιών, για να μείνουν όσο το δυνατόν περισσότεροι ικανοποιημένοι.
Με στραβό μάτι κοιτάζουν οι καλλιτέχνες τον ΘΟΚ τόσο σε σχέση με τη ρεπερτοριακή πολιτική και τις επιλογές που αφορούν στο καλλιτεχνικό προσωπικό, όσο βέβαια και με την πονεμένη ιστορία του Σχεδίου Θυμέλη, το οποίο, όπως και να το... μαγειρέψει κανείς, η γεύση θα είναι μονίμως άνοστη για την πλειονότητα των σχημάτων. Το πράγμα ήρθε να δέσει τώρα με την υπόθεση του καλλιτεχνικού διευθυντή, που σαν να μην έφτανε η καθυστέρηση που σημειώθηκε στα κακολαδωμένα γρανάζια της κρατικής γραφειοκρατίας μέχρι να προκηρυχθεί η θέση, ο οργανισμός επέτρεψε τη διασπορά απαράδεκτων φημών περί προποφασισμένης επιλογής.
Θα έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε το κλίμα που θα επικρατήσει στην αποχαιρετιστήρια τελετή των βραβείων, που φέτος συμπίπτει με την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να εναποθέσω κάπου αλλού τις ελπίδες μου για αντιστροφή του αρνητικότατου κλίματος πέρα από την κομβική αλλαγή, με την ανάληψη καθηκόντων από τον πρώτο καλλιτεχνικό διευθυντή που θα βάλει την υπογραφή του στη νέα εποχή του οργανισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου