Σελίδες

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Υπάρχουν φίδια στην πόλη

Φτάσαμε να υπερασπιζόμαστε τα αυτονόητα και δη το δικαίωμα μιας καλλιτέχνιδας να δημιουργεί και μιας επιμελήτριας να επιλέγει.



Ανάμεσα στα πολλά προτερήματα και χαρίσματα με τα οποία έχει προικίσει η μοίρα την κοινωνία της διλημματομάνας Κύπρου είναι αναμφιβόλως η βαθιά κι ευρεία γνώση στα ζητήματα τέχνης. Αυτό είναι ένα αβίαστο συμπέρασμα που θα εξήγαγε κανείς τις προηγούμενες μέρες παρακολουθώντας την ιεράρχηση όσων απασχολούν τη μονίμως προβληματισμένη κοινή γνώμη και τη φουρτουνιασμένη, παράλληλη πραγματικότητα των κοινωνικών δικτύων.

Τώρα κάνω και πλακίτσα, αλλά η αλήθεια είναι ότι αρχικά δαγκώθηκα όταν έμαθα τα περί αντιδράσεων που προκάλεσε σε όψιμους φιλότεχνους το έργο της Τουρκοκύπριας Νουρτάνε Καραγκίλ, που προσβάλλει, λέει, το τοτέμ της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Ένιωσα ένα σφίξιμο στη σκέψη ότι η συζήτηση περί τέχνης και ελευθερίας της έκφρασης θα γίνει βορά στις διαθέσεις κάθε ψεκασμένου άβαταρ, στον βούρκο των εικονικών κοινοτήτων. Και στην ιδέα ότι μια έκθεση τέχνης θα αποτελέσει δόλωμα για να σκίσουν πάλι τα καλσόν όσοι βλέπουν να σχηματίζονται φαντάσματα, προδότες και στρατευμένοι προπαγανδιστές ακόμη και στις κουτσουλιές των πουλιών πάνω στο παρμπρίζ.

Αργότερα όμως άλλαξα γνώμη κι είδα τη θετική πλευρά. Πόσο συχνά, σκέφτηκα, έρχεται μια εικαστική έκθεση στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας; Άλλωστε, δεν υπάρχουν «λάθος λόγοι» για να ασχοληθεί κανείς με την τέχνη. Αντίθετα, κύριο γνώρισμά της είναι να προκαλεί, να οξύνει τα πάθη, να αποτυπώνει τις τάσεις της εποχής, να κουνά το δέντρο για να πέσουν τα ώριμα –αλλά και τα σάπια– φρούτα στον δημόσιο διάλογο.

Από την άποψη αυτή, λοιπόν, εγώ στη θέση της Έλενας Πάρπα θα έτριβα τα χέρια μου. Το χειρότερο έργο του κόσμου να ήταν από καλλιτεχνικής απόψεως, η δημιουργός, και κατά συνέπεια και η επιμελήτρια, πέτυχαν τον σκοπό τους. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να υπερασπιστώ το ίδιο το έργο. Θα μπορούσα να αραδιάσω ένα κατεβατό από θετικά σχόλια για το συνειδητά αφελές νεο-εξπρεσιονιστικό στιλ, τα γεμάτα παιδικότητα αλλά και ποίηση σχέδια με αναφορές στον Μπασκιά, την πολιτικά και ψυχολογικά φορτισμένη ωμότητά του. Θα μπορούσα να το αποθεώσω ως μια κραυγή για την ελευθερία της φόρμας, έναν ύμνο στη σημασία της αυθόρμητης σύνθεσης. Θα μπορούσα επίσης να υποδείξω ότι κατά τη γνώμη μου δεν προβαίνει σε κάποιο ευθύ πολιτικό σχόλιο, αλλά αφορά περισσότερο τη συλλογική μνήμη και την υποκειμενική ιστορική αφήγηση.

Θα μπορούσα, αντίθετα, και να το επικρίνω ως ξεπερασμένο ή ξεκάρφωτα υπεραπλοϊκό, σε συνάφεια και με τα υπόλοιπα έργα, ή να εκφράσω κι εγώ μια εννοιολογική (ή αντι-εννοιολογική) και αισθητική ένσταση για το κομμάτι, αλλά και για ολόκληρη την έκθεση της οποίας αποτελεί μέρος. Δεν πρέπει, πάντως, να υποτιμούμε το πρόβλημα. Εφόσον προκύπτει ανάγκη να προστατέψουμε την ελευθερία της έκφρασης από ένα ταλιμπανιστικού τύπου μένος, δεν είναι ο γιαλός στραβός.

Η υπόθεση φέρνει στο μυαλό την περίπτωση του Σωκράτη Σωκράτους, ο οποίος θα πρέπει να γελά ακόμη όταν αναλογίζεται πόσο εύκολα έκανε «συνδημιουργούς» του έργου που παρουσίασε το 2009 στη Βενετία όσους ολόλυζαν τότε επειδή έβαλε φωτογραφία τουρκικής φρεγάτας στην επίσημη πρόσκληση, αλλά κι όσους βγήκαν δημόσια να τον υπερασπιστούν. Θέμα εκείνης της δουλειάς, θυμίζω, με τίτλο «Φήμες», ήταν η ταυτότητα κι ο φόβος του «άλλου», αλλά και η βιοτεχνία στερεοτύπων και ενορχηστρωμένων συμβολισμών που έχει αναπτυχθεί στο εσωτερικό και των δύο κοινοτήτων σε σχέση με όσα συμβαίνουν στην άλλη πλευρά. Κι αυτά σε παραλληλισμό με τη διασπορά φημών για ύπαρξη... φιδιών στις ρίζες των φοινικόδεντρων: «Κι έτσι, αρχίζουν οι φήμες: υπάρχουν φίδια στην πόλη».

ΥΓ. Το πιο γελοίο επιχείρημα όλων αυτών που ήθελαν η επιμελήτρια να τους... ρωτήσει πριν επιλέξει το έργο, είναι η αντιπαραβολή με το τι θα γινόταν σε ανάλογη περίπτωση στην «άλλη πλευρά». Λες και πρέπει να είναι ο Ερντογάν ή ο ντενκτασισμός το δικό μας μέτρο σύγκρισης πάνω σε ζητήματα ελευθερίας της σκέψης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου