Θεατρικός «εποικισμός»: Αν είναι μάστιγα ή ευλογία θα φανεί στο χειροκρότημα.
Έχει πλέον κουράσει το παλιό αστείο που θέλει αυτή την άτιμη φάρα, τους καλαμαράες (sic), να επιδράμουν στο μαρτυρικό νησί για να κλέψουν τις δουλειές (κι ενίοτε τις... καρδιές) των ανυποψίαστων ντόπιων. Η συζήτηση αυτή θα ολοκληρωνόταν με μια υπολογιστική μηχανή και με την πρόταξη του επιχειρήματος ότι στην Ελλάδα ζουν σήμερα υπερπολλαπλάσιοι Κύπριοι, αν δεν ήταν γελοία εν τη γενέσει της. Χρειάζεται, βέβαια, φαντασία και κακοήθεια για να αναγάγει κάποιος σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα την επιλογή κάποιων Ελλήνων (η λέξη «Ελλαδίτης» ποτέ δεν μου καθόταν, τη βγάζει λάθος μέχρι και ο ορθογράφος) να εγκατασταθούν στην Κύπρο.
Η μαζική «κάθοδος» ηθοποιών από την Ελλάδα στη θεατρική μας πραγματικότητα –και πιο συγκεκριμένα στη ΘΟΚική μας ζωή– δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται υπό διαφορετικό πρίσμα. Αν μη τι άλλο, δεν μπορείς να αφαιρέσεις το δικαίωμα ενός Ευρωπαίου πολίτη να διευρύνει τον εργασιακό του ορίζοντα, ειδικότερα σ’ ένα επάγγελμα που ΑΠΑΙΤΕΙ ανοιχτούς ορίζοντες και ευαίσθητες κεραίες. Το θέατρο είναι ένας χώρος που όχι μόνο ευνοεί, αλλά έχει ανάγκη την κινητικότητα και την επαφή με το παγκόσμιο πνεύμα. Και ειδικότερα, αν μιλάμε για το κυπριακό θέατρο και τον ΘΟΚ, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα πρώτα και τα πιο λαμπρά κεφάλαια της ιστορίας του γράφτηκαν είτε από εξ Ελλάδος, είτε από ελλαδοθρεμμένους δημιουργούς.
Εντούτοις, είναι αλήθεια ότι στο φετινό ρόστερ του ΘΟΚ διαπιστώνεται μια αξιοσημείωτη αύξηση επαγγελματιών από την Ελλάδα, γεγονός που δημιουργεί αναταράξεις στο θεατρικό πεδίο. Χωρίς καν να υπολογίζεται η καλοκαιρινή παραγωγή των «Περσών» –για την οποία ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος υπονόησε δημόσια ότι η διανομή θα μοιραστεί σε ηθοποιούς από τις δύο χώρες– στις φετινές παραστάσεις του ΘΟΚ περίπου ο ένας στους τρεις ηθοποιούς προέρχονται από την Ελλάδα. Οι ανοιχτές ακροάσεις και η συχνή μετάκληση σκηνοθετών, στους οποίους δίνεται –και σωστά– μια σχετική ελευθερία στην επιλογή της διανομής, συμβάλλουν στην έξαρση του φαινομένου.
Σαφώς και ο ΘΟΚ, που εκτός από κρατικός θίασος είναι και θεσμικά υπεύθυνος φορέας για τη θεατρική ανάπτυξη, οφείλει να παρακολουθεί το πεδίο σε βάθος χρόνου και να επενδύει στο εγχώριο καλλιτεχνικό δυναμικό. Το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παράλληλα έχει πληγεί από τη μείωση της πίτας των επιχορηγήσεων και την κατάσταση πραγμάτων στο ελεύθερο θέατρο.
Όπως είναι φυσικό, στις τάξεις των ηθοποιών έχει ενταθεί το κλίμα ανταγωνιστικής καχυποψίας, ειδικότερα σε βάρος των «ουρανοκατέβατων» συναδέλφων τους. Οι οποίοι δεν γλυκοκοίταξαν την κυπριακή προοπτική επειδή πίστεψαν ότι στην Κύπρο θα βρουν το καλλιτεχνικό τους Ελντοράντο. Επιζητούν μάλλον μια σοβαρή επαγγελματική διέξοδο μακριά από την ανεργία, τη λιτότητα, τη σκληρή ανταγωνιστικότητα, την εκμετάλλευση της ανάγκης τους για έκφραση, τον εργασιακό μεσαίωνα που βιώνει ο κλάδος τους. Και ο ΘΟΚ είναι σε θέση να τους την προσφέρει.
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι εξ ορισμού κακό. Και δεν με συμφέρει να το ισχυριστώ άλλωστε, αφού υπάρχει πάντα η περίπτωση κάποιος να με αποστομώσει επεκτείνοντας το ζήτημα και στον κλάδο της δημοσιογραφίας. Το ζητούμενο στο τέλος της ημέρας είναι το αποτέλεσμα, εν προκειμένω αυτό που θα εισπράξει το φιλοθέαμον κοινό. Η ανανέωση του καλλιτεχνικού προσωπικού μπορεί να είναι και ευεργετική, τουλάχιστον αισθητικά. Στ’ αλήθεια, θα μπορούσε κανείς να αντιμετωπίσει ως «μάστιγα» την παρουσία δημιουργών του βεληνεκούς της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και της Ρένης Πιττακή σε κυπριακές παραγωγές; Κάγχασα πριν καν ολοκληρώσω αυτή την ερώτηση.
Το ζητούμενο είναι το σύνολο των ηθοποιών αυτών να αποδείξουν επί σκηνής όχι ότι έχουν δυνατότητες, διότι αυτό εκτιμώ ότι είναι αδιαμφισβήτητο, αλλά ότι έχουν κίνητρα. Με άλλα λόγια, ότι δεν έρχονται στην Κύπρο για αρπαχτή, όπως συχνά παραδέχονται ότι πράττουν κάποιοι συνάδελφοί τους που εργάζονται σε τηλεοπτικές σειρές. Και να μη φέρνουν μαζί τους το υπεροπτικό ύφος του «θεατρικά προηγμένου», αυτού που μας κάνει χάρη και μόνο με την παρουσία του.
Έχει πλέον κουράσει το παλιό αστείο που θέλει αυτή την άτιμη φάρα, τους καλαμαράες (sic), να επιδράμουν στο μαρτυρικό νησί για να κλέψουν τις δουλειές (κι ενίοτε τις... καρδιές) των ανυποψίαστων ντόπιων. Η συζήτηση αυτή θα ολοκληρωνόταν με μια υπολογιστική μηχανή και με την πρόταξη του επιχειρήματος ότι στην Ελλάδα ζουν σήμερα υπερπολλαπλάσιοι Κύπριοι, αν δεν ήταν γελοία εν τη γενέσει της. Χρειάζεται, βέβαια, φαντασία και κακοήθεια για να αναγάγει κάποιος σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα την επιλογή κάποιων Ελλήνων (η λέξη «Ελλαδίτης» ποτέ δεν μου καθόταν, τη βγάζει λάθος μέχρι και ο ορθογράφος) να εγκατασταθούν στην Κύπρο.
Η μαζική «κάθοδος» ηθοποιών από την Ελλάδα στη θεατρική μας πραγματικότητα –και πιο συγκεκριμένα στη ΘΟΚική μας ζωή– δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται υπό διαφορετικό πρίσμα. Αν μη τι άλλο, δεν μπορείς να αφαιρέσεις το δικαίωμα ενός Ευρωπαίου πολίτη να διευρύνει τον εργασιακό του ορίζοντα, ειδικότερα σ’ ένα επάγγελμα που ΑΠΑΙΤΕΙ ανοιχτούς ορίζοντες και ευαίσθητες κεραίες. Το θέατρο είναι ένας χώρος που όχι μόνο ευνοεί, αλλά έχει ανάγκη την κινητικότητα και την επαφή με το παγκόσμιο πνεύμα. Και ειδικότερα, αν μιλάμε για το κυπριακό θέατρο και τον ΘΟΚ, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα πρώτα και τα πιο λαμπρά κεφάλαια της ιστορίας του γράφτηκαν είτε από εξ Ελλάδος, είτε από ελλαδοθρεμμένους δημιουργούς.
Εντούτοις, είναι αλήθεια ότι στο φετινό ρόστερ του ΘΟΚ διαπιστώνεται μια αξιοσημείωτη αύξηση επαγγελματιών από την Ελλάδα, γεγονός που δημιουργεί αναταράξεις στο θεατρικό πεδίο. Χωρίς καν να υπολογίζεται η καλοκαιρινή παραγωγή των «Περσών» –για την οποία ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος υπονόησε δημόσια ότι η διανομή θα μοιραστεί σε ηθοποιούς από τις δύο χώρες– στις φετινές παραστάσεις του ΘΟΚ περίπου ο ένας στους τρεις ηθοποιούς προέρχονται από την Ελλάδα. Οι ανοιχτές ακροάσεις και η συχνή μετάκληση σκηνοθετών, στους οποίους δίνεται –και σωστά– μια σχετική ελευθερία στην επιλογή της διανομής, συμβάλλουν στην έξαρση του φαινομένου.
Σαφώς και ο ΘΟΚ, που εκτός από κρατικός θίασος είναι και θεσμικά υπεύθυνος φορέας για τη θεατρική ανάπτυξη, οφείλει να παρακολουθεί το πεδίο σε βάθος χρόνου και να επενδύει στο εγχώριο καλλιτεχνικό δυναμικό. Το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παράλληλα έχει πληγεί από τη μείωση της πίτας των επιχορηγήσεων και την κατάσταση πραγμάτων στο ελεύθερο θέατρο.
Όπως είναι φυσικό, στις τάξεις των ηθοποιών έχει ενταθεί το κλίμα ανταγωνιστικής καχυποψίας, ειδικότερα σε βάρος των «ουρανοκατέβατων» συναδέλφων τους. Οι οποίοι δεν γλυκοκοίταξαν την κυπριακή προοπτική επειδή πίστεψαν ότι στην Κύπρο θα βρουν το καλλιτεχνικό τους Ελντοράντο. Επιζητούν μάλλον μια σοβαρή επαγγελματική διέξοδο μακριά από την ανεργία, τη λιτότητα, τη σκληρή ανταγωνιστικότητα, την εκμετάλλευση της ανάγκης τους για έκφραση, τον εργασιακό μεσαίωνα που βιώνει ο κλάδος τους. Και ο ΘΟΚ είναι σε θέση να τους την προσφέρει.
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι εξ ορισμού κακό. Και δεν με συμφέρει να το ισχυριστώ άλλωστε, αφού υπάρχει πάντα η περίπτωση κάποιος να με αποστομώσει επεκτείνοντας το ζήτημα και στον κλάδο της δημοσιογραφίας. Το ζητούμενο στο τέλος της ημέρας είναι το αποτέλεσμα, εν προκειμένω αυτό που θα εισπράξει το φιλοθέαμον κοινό. Η ανανέωση του καλλιτεχνικού προσωπικού μπορεί να είναι και ευεργετική, τουλάχιστον αισθητικά. Στ’ αλήθεια, θα μπορούσε κανείς να αντιμετωπίσει ως «μάστιγα» την παρουσία δημιουργών του βεληνεκούς της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και της Ρένης Πιττακή σε κυπριακές παραγωγές; Κάγχασα πριν καν ολοκληρώσω αυτή την ερώτηση.
Το ζητούμενο είναι το σύνολο των ηθοποιών αυτών να αποδείξουν επί σκηνής όχι ότι έχουν δυνατότητες, διότι αυτό εκτιμώ ότι είναι αδιαμφισβήτητο, αλλά ότι έχουν κίνητρα. Με άλλα λόγια, ότι δεν έρχονται στην Κύπρο για αρπαχτή, όπως συχνά παραδέχονται ότι πράττουν κάποιοι συνάδελφοί τους που εργάζονται σε τηλεοπτικές σειρές. Και να μη φέρνουν μαζί τους το υπεροπτικό ύφος του «θεατρικά προηγμένου», αυτού που μας κάνει χάρη και μόνο με την παρουσία του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου