Σελίδες

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Αντί για δέντρο, όλοι «στολίζουν» τον ΘΟΚ

Η οικονομική επιχορήγηση της θεατρικής δημιουργίας δεν είναι πολυτέλεια και σπατάλη, αλλά επένδυση και προϋπόθεση. Είναι εξίσου σημαντικό, ωστόσο, να επικρατήσει η αίσθηση ότι τα χρήματα αυτά πιάνουν τόπο.

Point To, «Περιμένοντας τον Γκοντό» (Φωτογραφία: Γιώργος Σαββινίδης).

Σε μια μικρή και ατελέστατη κοινωνία όπως η κυπριακή, η οικονομική στήριξη από το κράτος προς τον πολιτισμό είναι απαραίτητη σαν το οξυγόνο. Όπως είναι για την παιδεία, τον αθλητισμό, την υγεία, όπου άλλωστε τα ποσά είναι υπερπολλαπλάσια. Σ’ ένα απαιτητικό και δαπανηρό καλλιτεχνικό είδος όπως το θέατρο, το κράτος επενδύει κάθε χρόνο ποσό που ξεπερνά τα 5 εκατομμύρια ευρώ. Αρκετά... γενναίο, σε σύγκριση με άλλες, εξίσου απαιτητικές μορφές τέχνης, όπως ο κινηματογράφος, αλλά πενιχρό συγκριτικά με τις πραγματικές ανάγκες και γενναία ψαλιδισμένο σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν.

Δεν είναι η έλλειψη χρημάτων ο υπ’ αριθμόν ένα λόγος που ο πολιτισμός βρίσκεται σήμερα σε στενωπό. Το σημαντικότερο είναι η έλλειψη πραγματικού οράματος και πολιτικής βούλησης, με την επακολουθούμενη έλλειψη πίστης προς τους θεσμούς ότι υποστηρίζουν ορθά την καλλιτεχνική δημιουργία. Το πρόβλημα δεν ξεκίνησε με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση, είναι διαχρονικό. Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σήμερα στο θεατρικό τοπίο είναι χαρακτηριστική και κατά κάποιο τρόπο αποτελεί μικρογραφία της γενικότερης εικόνας.

Οι άριστοι (δεν είναι δική μου έκφραση) που χειρίζονται παροδικά τα θεατρικά πράγματα μέσω του ΔΣ του ΘΟΚ, δηλαδή του άτυπου Υπουργείου Θεάτρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα έπρεπε να έχουν μεγαλύτερη συναίσθηση της τεράστιας ευθύνης που επωμίζονται. Γιατί αν είχαν, θα πεταγόντουσαν κάθε βράδυ στον ύπνο τους. Είναι φως φανάρι πλέον ότι όπως έχουν διαμορφωθεί οι συσχετισμοί, οι υπερεξουσίες που έχουν στα χέρια τους συνθέτουν μια εικόνα αναχρονιστική και δυσλειτουργική για το σύγχρονο θεατρικό περιβάλλον και τις ανάγκες του και ξεπερνούν και τις όποιες καλές προθέσεις.

Κάποιος δικαίως θα αναγνωρίσει ότι το υπό τον Γιάννη Τουμαζή σχήμα προέβη σε τολμηρές, όσο και επώδυνες στην εφαρμογή εκσυγχρονιστικές τομές για τη λειτουργία του οργανισμού και της θεατρικής ανάπτυξης, όπως η κατάργηση των μόνιμων ηθοποιών, η θέσπιση θέσεων καλλιτεχνικού και διοικητικού διευθυντή –παρά την ενοχλητική καθυστέρηση στην πλήρωση– και βεβαίως η προσπάθεια για αναδιαμόρφωση του πλαισίου επιχορηγήσεων του ελεύθερου θεάτρου. Φρονώ όμως ότι η πιο σημαντική και τελεσφόρα τομή που θα έπρεπε να προωθήσει το ΔΣ είναι ο περιορισμός της ίδιας της παντοδυναμίας του σε σχέση με τη θεατρική πολιτική.

Δεν γίνεται να έχεις και την πίτα της εύρυθμης λειτουργίας του οργανισμού ολόκληρη –έχοντας καταργήσει και την καλλιτεχνική επιτροπή– και παράλληλα τον σκύλο της ευρύτερης θεατρικής ανάπτυξης χορτάτο. Όσο ικανοί και καλοπροαίρετοι κι αν είναι, δεν πρέπει να ξεχνούν ότι ο εκάστοτε διορισμός τους γίνεται με πολιτική απόφαση (συνήθως του ποδαριού) και κυρίως ότι είναι πεπερασμένοι: Αργά ή γρήγορα θα αντικατασταθούν από άλλους αμφισβητούμενους... άριστους, που θα κληθούν να διαχειριστούν τις ίδιες υπερεξουσίες. Στο μεταξύ, καλούνται να λειτουργήσουν ως απόλυτες αυθεντίες επί του θεατρικού αντικειμένου, ως εννιά σοφοί που θα κόβουν και θα ράβουν με τις ζωές των άλλων και τη δίψα για καλλιτεχνική έκφραση. Λίγο βαρύ μού ακούγεται.

Το επιχείρημα ότι αυτή είναι μόλις η δεύτερη χρονιά που εφαρμόζεται το νέο πλαίσιο επιχορηγήσεων κι ότι επιδέχεται βελτίωσης και επαναξιολόγησης, με ορίζοντα να πάρει την τελική του μορφή το 2018, δεν είναι ακλόνητο, όσο υπάρχει η αίσθηση ότι εφαρμόζεται στου κασίδη το κεφάλι κι ότι δικαιώνεται ο πιο... καπάτσος στο να συμπληρώνει αιτήσεις. Κάτι πάει λάθος. Δεν γίνεται να βλέπουν θέατρα να κατεβάζουν μαύρες πλερέζες και να μένουν ανεπηρέαστοι και γεμάτοι αυτοπεποίθηση ότι κάνουν το σωστό. Δεν γίνεται λ.χ. να μένει εκτός νυμφώνος ένα θέατρο με την πορεία και την προσφορά του Versus. Δεν γίνεται να δίνεις 130 και 150 χιλιάδες ευρώ σε σχήματα ρεπερτορίου που λειτουργούν ολόχρονα, στα οποία πριν μερικά χρόνια δίνονταν τα διπλάσια, περιμένοντας να συνεχίσουν να λειτουργούν κανονικά. Θα ήταν πιο τίμιο να τους πουν στα ίσα «θέλουμε να κλείσετε».

Στην παράλληλη πραγματικότητητά τους, οι ιθύνοντες εκλαμβάνουν ως ψήφο εμπιστοσύνης (!) προς το Σχέδιο Θυμέλη τη μεγάλη ανταπόκριση από πλευράς των σχημάτων –λες και είχαν άλλη επιλογή– αλλά η αλήθεια είναι διαφορετική. Η συντριπτική πλειοψηφία του θεατρικού κόσμου είναι δυσαρεστημένη, ακόμη και μεταξύ όσων στήριξαν το σχέδιο δημόσια. Το κλίμα έχει φορτιστεί επικίνδυνα κι έχουν ενταθεί οι έριδες στα ενδότερα της θεατρικής κοινότητας, ενώ πηγή όλου του κακού θεωρείται ο ΘΟΚ.

Πίσω από τη σκηνή του υγιούς ανταγωνισμού και της αναβάθμισης του θεατρικού προϊόντος με τα ψίχουλα, υπάρχει ένα παρασκήνιο με καλλιτέχνες που προτάσσουν μόνο την καλή τους διάθεση, με σκηνοθέτες που κουβαλούν καναπέδες, με ανθρώπους που βλέπουν τα εργασιακά τους δικαιώματα, αναπόφευκτα, να καταπατούνται. Την ίδια στιγμή, το κρατικό θέατρο απολαμβάνει ήσυχα τη μερίδα του λέοντος και αποτελεί τη Γη της εργασιακής –αλλά όχι απαραίτητα της καλλιτεχνικής– Επαγγελίας και ζητάει από τους «πεινασμένους» κατανόηση.

Είναι μονόδρομος η αλλαγή πλεύσης πριν τιναχτεί το θεατρικό τοπίο στον αέρα. Η πολιτεία να σημειώσει την καλλιτεχνική πρόοδο και στη συνέχεια να προωθήσει μια λειτουργική λύση. Όχι μεταφέροντας την καυτή πατάτα από τον ΘΟΚ στους καφκικούς διαδρόμους των Πολιτιστικών Υπηρεσιών –ας φτύσουμε όλοι τον κόρφο μας. Αλλά ανεξαρτητοποιώντας τον τομέα της θεατρικής ανάπτυξης υπό ένα ισχυρό, καλά μελετημένο θεσμικό πλαίσιο, που αφενός θα φέρει τη γαλήνη στο φουρτουνιασμένο ελεύθερο θέατρο και αφετέρου θα επιτρέψει στο κρατικό να συγκεντρωθεί στις δικές του παραγωγές. 

Καλό θα ήταν βέβαια να αυξήσει και το σχετικό κονδύλι. Αλλού ξέρει να τα δίνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου