Σελίδες

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Ο νευρικός περίπατος του ΘΟΚ

Είναι μεγάλο το βάρος να πρέπει να αποδεικνύεις καθημερινά στο σανίδι ότι είσαι το Πρώτο Θέατρο της χώρας, με την υπόλοιπη θεατρική κοινότητα να σε βλέπει στραβά και καχύποπτα.


Έχοντας παρακολουθήσει όλες τις μέχρι τώρα παραγωγές του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου για τη σεζόν 2016-2017, θεωρώ χρήσιμο να προβώ σε μια γενική εκτίμηση. Και οι τέσσερις έχουν πολλούς και καλούς λόγους να πείσουν έναν θεατή να τις παρακολουθήσει, πρέπει κάποιος να είναι μάλλον αρνητικά προδιατεθειμένος για να αποχωρήσει με εντελώς άδεια μπαγκάζια. Εντούτοις, μόνο στην περίπτωση του «Μεγάλου Περίπατου του Πέτρου» ένιωσα ότι ισχύει το λεγόμενο «value for money». Και στις πονηρές μέρες που ζούμε, δεν εννοώ το αντίτιμο του εισιτηρίου αλλά το κόστος της παραγωγής. Το οποίο, στο τέλος της ημέρας, το επωμίζεται ο φορολογούμενος.

Είμαι ο πρώτος και ο πιο απόλυτος που θα υποστηρίξει ότι το Κρατικό Θέατρο είναι απαραίτητο να έχει την οικονομική άνεση να ανεβάζει απαιτητικές παραγωγές και δεν δικαιολογείται να μην ικανοποιεί οικονομικά και εργασιακά τους συνεργάτες του. Σε μια εποχή όμως όπου τα ελεύθερα θέατρα βρίσκονται στη δυσάρεστη θέση να «σφάζονται» για μερικές εκατοντάδες ευρώ, στερεύουν τα ελαφρυντικά κι η επιείκια απέναντι στο καλλιτεχνικό προϊόν που παράγει ο ΘΟΚ. Ο οποίος δικαίως ή αδίκως βρίσκεται στο στόχαστρο και συγκεντρώνει τα φώτα της προσοχής.

Είναι π.χ. ένας ακραίος και άνισος συνειρμός να αναλογίζεσαι ότι μόνο το κόστος των ειδών φροντιστηρίου του «Γενικού Γραμματέα» θα αρκούσε για να καλύψει την επιχορήγηση μιας παραγωγής από θεατρική ομάδα που έμεινε εκτός νυμφώνος; Ενδεχομένως. Παίζει ρόλο η σκοπιά που το βλέπει κανείς κι ακόμη μεγαλύτερο ρόλο παίζει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και η ανταπόκριση του κόσμου. Δύσκολα, επί παραδείγματι, θα στριφογύριζε στο μυαλό κάποιου το κόστος, καθώς εξέρχεται από τον «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου», που παρεμπιπτόντως είναι μια παραγωγή που λογίζεται για την Κεντρική Σκηνή και ουσιαστικά έσωσε την παρτίδα σ’ αυτό το πρώτο στάδιο της σεζόν.

Η ρεπερτοριακή φιλοσοφία του ΘΟΚ τις τελευταίες ιδιότυπες σεζόν, που το διοικητικό συμβούλιο ασκεί παράλληλα και την καλλιτεχνική διεύθυνση, είναι ανοιχτό βιβλίο. Μπούσουλας είναι το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδος και τη φετινή χρονιά αυτό είναι πιο ανάγλυφο από ποτέ. Και αυτό δεν είναι από μόνο του κακό, ούτε προδίδει έλλειψη φαντασίας, οράματος και βούλησης από πλευράς αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις. Θεωρητικά, είναι και απόλυτα δικαιολογημένοι να επικαλούνται το κενό στη θέση του διευθυντή για την τακτική τους να πλέουν σε σίγουρα νερά και να προσφεύγουν σε δοκιμασμένες συνταγές και γνώριμα μοτίβα. Αυτό που μετράει είναι σε ποιο βαθμό δικαιώθηκαν αυτές οι επιλογές στο σανίδι.

Η φετινή σεζόν, λοιπόν, ξεκίνησε με μια ήδη δοκιμασμένη διασκευή ενός πολυαγαπημένου, αγέραστου ελληνικού μυθιστορήματος για τη Σκηνή 018 και σειρά πήραν ένα έργο Κύπριου συγγραφέα («Σουρινάμ»), το έργο ενός καταξιωμένου νέου Έλληνα συγγραφέα («Wolfgang») και για την Κεντρική Σκηνή ένα έργο-σταθμός στην εξέλιξη της νεοελληνικής κωμωδιογραφίας, που παράλληλα παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο. Τα έργα αυτά ανατέθηκαν είτε σε έμπειρους και καταξιωμένους, είτε σε νέους αλλά μπαρουτοκαπνισμένους σκηνοθέτες. Τι μπορούσε να πάει στραβά;

Ο «Πέτρος» είναι ένα μεγάλο επίτευγμα και το «Σουρινάμ» μια ιδιάζουσα περίπτωση, που ενέχει ρίσκο αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο στήριξης της κυπριακής δραματουργίας. Οι περιπτώσεις του «Wolfgang» και του «Γενικού Γραμματέα», ωστόσο, χωρίς να λογίζονται ως καλλιτεχνικές πανωλεθρίες, εκτιμώ ότι δεν δικαιώθηκαν στο σανίδι, παρότι πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις. Κι αυτό γιατί αντικατοπτρίζουν τις εύλογες παθογένειες που εκπέμπει ο Οργανισμός: ανασφάλεια, πελαγοδρόμηση, νευρικότητα, υπεροψία.

Κλείνω αυτό το σημείωμα με το εξής ερώτημα: απασχόλησε ποτέ κανέναν το γιατί το θεατρικό δυναμικό της Κύπρου –κι εσχάτως και της Ελλάδας– αντιμετωπίζει τον ΘΟΚ ως στεγνή επαγγελματική, παρά ως καλλιτεχνική Γη της Επαγγελίας;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου