Ο Λέοναρντ Κοέν ήθελε να ζήσει για πάντα. Και τα κατάφερε.
Μπορώ να τον φανταστώ στο νεκροκρέβατο, στιγμές πριν τη στερνή του πνοή, να γράφει, να αναζητεί και να φαντάζεται. Όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά. Ο Λέοναρντ Κοέν δεν είχε ποτέ την αίσθηση του τέλους. Τα πάντα στη ζωή και την κοσμοθεωρία του είχαν να κάνουν με την αρχή. Ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Μέχρι και ο θάνατός του, που επήλθε την περασμένη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου, στα 82 του χρόνια, ανακοινώθηκε με μια λιτή ανακοίνωση τρεις ολόκληρες μέρες μετά.
Προσωπικά θύμωνα όταν διάβαζα στις κριτικές για τον νέο του δίσκο «You Want It Darker», που κυκλοφόρησε μόλις πριν μερικές εβδομάδες, ότι γράφτηκε για να αποτελέσει το κύκνειο άσμα του κι ότι είναι γεμάτος με «αποχαιρετιστήρια μηνύματα». Άλλωστε, ανάλογες πρώιμες «νεκρολογίες» γράφτηκαν το 2014 με το «Popular Problems», αλλά και το 2012 με το «Old Ideas», με τον Κοέν να τις διαψεύδει πανηγυρικά και στην πράξη επιφυλάσσοντας ακόμη ένα, επόμενο μικρό αριστούργημα. Υπό μια έννοια κάθε άσμα στην 50χρονη πορεία του, από τη «Suzanne» μέχρι το «Leaving the Table», ήταν κύκνειο, ένα φλερτ με το αναπόφευκτο, ένας ύμνος στον λυρισμό του πεπερασμένου, αλλά και μια ερωτοτροπία με τη ζωή και τους χυμούς της. Όλες του οι δουλειές, όλα του τα τραγούδια, ήταν πρώτα και τελευταία.
Αυτή η αστείρευτη και απαράμιλλη δημιουργικότητα, αυτή η ερωτική συνέπεια μέχρις εσχάτων, χαρακτήρισε τον σπουδαίο Καναδοεβραίο, με την πορεία του να μη χαρακτηρίζεται από πομπώδεις εμπορικές επιτυχίες, αλλά να διατρέχει με την ίδια ορμή και επιδραστικότητα τρεις –τουλάχιστον– γενιές. Εξαιτίας της στάσης ζωής, της θρησκευτικής του προσήλωσης στο ωραίο και το βαθύ, χαρακτηρίστηκε επίσης «αρχιερέας του πάθους» και –μάλλον άδικα– «νονός της μελαγχολίας». Η βραχνή, μπάσα φωνή του δεν θα μας λείψει. Θα μας στοιχειώνει μέχρι να εκλείψει η μουσική και τα τεχνικά μέσα ακρόασης από αυτόν τον κόσμο. Είναι κληρονομιά της ανθρωπότητας.
«Είμαι έτοιμος να πεθάνω» είχε δηλώσει σε πρόσφατη συνέντευξη στο «New Yorker», ενώ κάτι ανάλογο διατείνονταν στο τραγούδι «You Want It Darker», το ομώνυμο του τελευταίου του δίσκου, επικαλούμενος την απόκριση του Αβραάμ όταν ο Θεός των Εβραίων του ζήτησε να θυσιάσει τον γιο του. Προφανώς, όμως, εννοούσε ότι ήταν έτοιμος από την ημέρα που γεννήθηκε. Λίγες μέρες αργότερα, στην παρουσίαση του δίσκου, είπε στο κοινό ότι υπερέβαλλε, ότι πάντοτε είχε μια τάση «αυτοδραματοποίησης» και ότι σκοπεύει να ζήσει για πάντα, αποκαλύπτοντας ότι είχε στα σκαριά τουλάχιστον δύο δίσκους ακόμη(!).
Κατά την άποψή μου, ως λογοτέχνης ήταν ανώτερος του Μπομπ Ντίλαν, του άλλου σπουδαίου της γενιάς του. Κι όλος αυτός ο ποιητικός και καλλιτεχνικός οίστρος μέστωσε και αποκρυσταλλώθηκε τη δεκαετία του 1960, όταν διέμενε στην Ύδρα, όπου ανακάλυψε ένα κελί ηρεμίας και έμπνευσης για την ατίθαση ψυχή του. Το ενδιαφέρον του για την ποίηση πυροδοτήθηκε όταν ανακάλυψε τον Λόρκα, το όνομα του οποίου τίμησε αργότερα δίνοντάς το στην κόρη του, ενώ στον γιο του δεν θα μπορούσε να μη δώσει το όνομα του πρωτόπλαστου ανθρώπου, ως αναφορά στην πίστη του στον άνθρωπο και στις ακούραστες θρησκευτικές αναζητήσεις, που περιλάμβαναν σταθμούς από τον ιουδαϊσμό μέχρι τον βουδισμό. Κι αυτό το ενδιαφέρον για την ποίηση δεν εξασθένησε ποτέ˙ είχε σημεία αναφοράς από τον Καβάφη μέχρι τους αρχαίους τραγωδούς.
Να... ευχαριστήσουμε την πρώην μάνατζέρ του Κέλι Λιντς, που υπεξαίρεσε πέντε εκατομμύρια από την περιουσία του, υποχρεώνοντάς τον να καλύψει τη χασούρα με την επική τελευταία του παγκόσμια περιοδεία, που σκάλωσε και στην Αθήνα, το 2008. Εκεί μοιράστηκε και με το ελληνικό κοινό τη γνώση του για το νόημα της ζωής, μέσω των κοριτσιών που έκαναν τις δεύτερες φωνές στα υποβλητικά τραγούδια του: «Dum, dum, dum, da, doo, dum, dum».
Μπορώ να τον φανταστώ στο νεκροκρέβατο, στιγμές πριν τη στερνή του πνοή, να γράφει, να αναζητεί και να φαντάζεται. Όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά. Ο Λέοναρντ Κοέν δεν είχε ποτέ την αίσθηση του τέλους. Τα πάντα στη ζωή και την κοσμοθεωρία του είχαν να κάνουν με την αρχή. Ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Μέχρι και ο θάνατός του, που επήλθε την περασμένη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου, στα 82 του χρόνια, ανακοινώθηκε με μια λιτή ανακοίνωση τρεις ολόκληρες μέρες μετά.
Προσωπικά θύμωνα όταν διάβαζα στις κριτικές για τον νέο του δίσκο «You Want It Darker», που κυκλοφόρησε μόλις πριν μερικές εβδομάδες, ότι γράφτηκε για να αποτελέσει το κύκνειο άσμα του κι ότι είναι γεμάτος με «αποχαιρετιστήρια μηνύματα». Άλλωστε, ανάλογες πρώιμες «νεκρολογίες» γράφτηκαν το 2014 με το «Popular Problems», αλλά και το 2012 με το «Old Ideas», με τον Κοέν να τις διαψεύδει πανηγυρικά και στην πράξη επιφυλάσσοντας ακόμη ένα, επόμενο μικρό αριστούργημα. Υπό μια έννοια κάθε άσμα στην 50χρονη πορεία του, από τη «Suzanne» μέχρι το «Leaving the Table», ήταν κύκνειο, ένα φλερτ με το αναπόφευκτο, ένας ύμνος στον λυρισμό του πεπερασμένου, αλλά και μια ερωτοτροπία με τη ζωή και τους χυμούς της. Όλες του οι δουλειές, όλα του τα τραγούδια, ήταν πρώτα και τελευταία.
Αυτή η αστείρευτη και απαράμιλλη δημιουργικότητα, αυτή η ερωτική συνέπεια μέχρις εσχάτων, χαρακτήρισε τον σπουδαίο Καναδοεβραίο, με την πορεία του να μη χαρακτηρίζεται από πομπώδεις εμπορικές επιτυχίες, αλλά να διατρέχει με την ίδια ορμή και επιδραστικότητα τρεις –τουλάχιστον– γενιές. Εξαιτίας της στάσης ζωής, της θρησκευτικής του προσήλωσης στο ωραίο και το βαθύ, χαρακτηρίστηκε επίσης «αρχιερέας του πάθους» και –μάλλον άδικα– «νονός της μελαγχολίας». Η βραχνή, μπάσα φωνή του δεν θα μας λείψει. Θα μας στοιχειώνει μέχρι να εκλείψει η μουσική και τα τεχνικά μέσα ακρόασης από αυτόν τον κόσμο. Είναι κληρονομιά της ανθρωπότητας.
«Είμαι έτοιμος να πεθάνω» είχε δηλώσει σε πρόσφατη συνέντευξη στο «New Yorker», ενώ κάτι ανάλογο διατείνονταν στο τραγούδι «You Want It Darker», το ομώνυμο του τελευταίου του δίσκου, επικαλούμενος την απόκριση του Αβραάμ όταν ο Θεός των Εβραίων του ζήτησε να θυσιάσει τον γιο του. Προφανώς, όμως, εννοούσε ότι ήταν έτοιμος από την ημέρα που γεννήθηκε. Λίγες μέρες αργότερα, στην παρουσίαση του δίσκου, είπε στο κοινό ότι υπερέβαλλε, ότι πάντοτε είχε μια τάση «αυτοδραματοποίησης» και ότι σκοπεύει να ζήσει για πάντα, αποκαλύπτοντας ότι είχε στα σκαριά τουλάχιστον δύο δίσκους ακόμη(!).
Κατά την άποψή μου, ως λογοτέχνης ήταν ανώτερος του Μπομπ Ντίλαν, του άλλου σπουδαίου της γενιάς του. Κι όλος αυτός ο ποιητικός και καλλιτεχνικός οίστρος μέστωσε και αποκρυσταλλώθηκε τη δεκαετία του 1960, όταν διέμενε στην Ύδρα, όπου ανακάλυψε ένα κελί ηρεμίας και έμπνευσης για την ατίθαση ψυχή του. Το ενδιαφέρον του για την ποίηση πυροδοτήθηκε όταν ανακάλυψε τον Λόρκα, το όνομα του οποίου τίμησε αργότερα δίνοντάς το στην κόρη του, ενώ στον γιο του δεν θα μπορούσε να μη δώσει το όνομα του πρωτόπλαστου ανθρώπου, ως αναφορά στην πίστη του στον άνθρωπο και στις ακούραστες θρησκευτικές αναζητήσεις, που περιλάμβαναν σταθμούς από τον ιουδαϊσμό μέχρι τον βουδισμό. Κι αυτό το ενδιαφέρον για την ποίηση δεν εξασθένησε ποτέ˙ είχε σημεία αναφοράς από τον Καβάφη μέχρι τους αρχαίους τραγωδούς.
Να... ευχαριστήσουμε την πρώην μάνατζέρ του Κέλι Λιντς, που υπεξαίρεσε πέντε εκατομμύρια από την περιουσία του, υποχρεώνοντάς τον να καλύψει τη χασούρα με την επική τελευταία του παγκόσμια περιοδεία, που σκάλωσε και στην Αθήνα, το 2008. Εκεί μοιράστηκε και με το ελληνικό κοινό τη γνώση του για το νόημα της ζωής, μέσω των κοριτσιών που έκαναν τις δεύτερες φωνές στα υποβλητικά τραγούδια του: «Dum, dum, dum, da, doo, dum, dum».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου