Σελίδες

Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

Η φτώχια φέρνει την ευτυχία

Ο Πλούτος της Φτωχολογιάς «ούρλιαξε» κατάμουτρα στον θεατρικό κόσμο ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά με τον διαμοιρασμό της πίτας των επιχορηγήσεων.



Αφού όλοι διασκεδάζουνε γιατί είσαι λυπημένος; Το ερώτημα αυτό απηύθυνα στον εαυτό μου στο φινάλε της πρεμιέρας του Πλούτου της Φτωχολογιάς με υπόκρουση θερμά χειροκροτήματα και επευφημίες. Ως προς το σκηνικό αποτέλεσμα, μπορούσα να δικαιολογήσω και να συμμεριστώ το ασυνήθιστο ντελίριο ενθουσιασμού. Η σφοδρότητα του οποίου καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, με αποκορύφωμα το ανυπόμονο standing ovation στο τέλος, έμοιαζε να σοκάρει τους συντελεστές και περισσότερο απ’ όλους τον νεοφώτιστο σκηνοθέτη Κώστα Σιλβέστρο.

Φύσει γκρινιάρης και μίζερος καθώς φαίνεται, όμως, ο υποφαινόμενος ταξίδευε σε άλλες σκέψεις, πιο δυσάρεστες, ωθούμενος όχι από το roller coaster συναισθημάτων που κινητοποίησε η παράσταση, αλλά από την ιστορική της σημασία μέσα στο στενό κυπριακό θεατρικό πλαίσιο. Είδαμε στην τρέχουσα σεζόν –που ακόμη δεν είμαστε σίγουροι πότε άρχισε και πότε τελειώνει- έναν αριθμό από προτάσεις που ξεχειλίζουν φρεσκάδα και ενέργεια και η συγκεκριμένη ήταν κάτι παραπάνω από το κερασάκι στην τούρτα. Θυμίζουμε ότι αυτή η παραγωγή, πέραν της πενιχρής επιχορήγησης των 15.000 ευρώ που της αναλογούσε από τον σκανδαλωδώς μικρό προϋπολογισμό του Διεθνούς Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος, δεν πήρε ούτε σεντ από το Θυμέλη, αφού στο χρονικό πλαίσιο που τέθηκε δεν είχε καν το δικαίωμα να κάνει αίτηση.

Είναι μια παράσταση- ορόσημο όχι τόσο σε σχέση με το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, που παρεμπιπτόντως είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πού θα είχε φτάσει αν οι εμπλεκόμενοι είχαν στη διάθεσή τους πιο ευγενείς ουσίες για να βάψουν τ’ αυγά. Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη η πρόταση αυτή «ούρλιαξε» κατάμουτρα στον θεατρικό κόσμο ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά με τον διαμοιρασμό της πίττας των επιχορηγήσεων σε συνάρτηση με το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Κι όταν λέμε «πίττα», βεβαίως, την εννοούμε ολόκληρη, μαζί με τη μερίδα του λέοντος που αναλογεί στις παραγωγές του ΘΟΚ.

Πρέπει να μελετηθεί ψύχραιμα και διεξοδικά το φαινόμενο μερικές από τις κορυφαίες προτάσεις της σεζόν -όχι σε πληθωρικότητα, αλλά σε ποιότητα και ουσία- να χαρακτηρίζονται από προϋπολογισμό πενιχρό έως ανύπαρκτο. Οι συντελεστές, παρορμούμενοι από την ανάγκη να εκφραστούν, βγαίνουν συχνά και ζημιωμένοι από πάνω και μπορεί κάποιος να πει ότι «χαλάνε την πιάτσα». Μπορώ έτσι πρόχειρα να θυμηθώ πρόσφατα παραδείγματα όπως την «Τζεμαλιγιέ, το «Love and Information», τη «Νίτσα», το «Ένα αλπούμ ιστορίες», προτάσεις που πρόσφεραν απλόχερα συγκινήσεις αλλά δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να λάβουν το ίδιο απλόχερα τις υψηλές επιχορηγήσεις άλλων καλλιτεχνικών οργανισμών, που γενικά κινήθηκαν σε ρηχά νερά.

Στο θέατρο, όπως γενικότερα στην τέχνη αλλά και στη ζωή, δεν φέρνει ο πλούτος την ευτυχία, αλλά η αλήθεια. Για να μη μας πάρουν με τις πέτρες, η πιασάρικη αυτή διαπίστωση θα μπορούσε στην περίπτωση της Κύπρου να χαρακτηριστεί μέχρι και παραπειστική. Θα ήταν τουλάχιστον υπερβολή, αν όχι ύβρις, να υπονοήσει κανείς ότι υπάρχουν στο νησί καλλιτέχνες που έχουν πλουτίσει πάνω στο σβέρκο μας υπηρετώντας την τέχνη. Δεν μιλάμε, κατ’ ανάγκη για αναδιανομή εδώ, να τα πάρουμε δηλαδή από τους «πλούσιους» και να τα δώσουμε στους «φτωχούς». Μακριά από εμάς τέτοιες υπεραπλουστεύσεις. Δεν μπορούμε όμως να εθελοτυφλούμε και να μη διαπιστώνουμε την οφθαλμοφανή αναγκαιότητα για αλλαγές επί της ουσίας με μόνο και αδιαπραγμάτευτο στόχο την προώθηση της ποιότητας και την εξυπηρέτηση της γνήσιας δημιουργίας. Του χοίρου το μαλλί δε γίνεται μετάξι, πάει και τελείωσε. Χρειάζεται να μιλήσουμε για αλλαγές βαθιές και θεσμικές, που δεν θα επέλθουν με ασπιρίνες, αλλά με ωδίνες. Και δεν αφορούν ειδικά τη θεατρική πολιτική και τον ΘΟΚ, αλλά το γενικότερο όραμα της πολιτείας για τον πολιτισμό. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου