Για πόσο καιρό αυτός ο ρατσισμός θα κρύβεται στην φεϊσμπουκόσφαιρα;
Κάποιες φορές διερωτώμαι σε ποιο βαθμό η ταυτότητα που επιλέγει ο καθένας να πλασάρει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι στρογγυλεμένη και πόσο πιο απεχθής μπορεί να είναι στην πραγματικότητα. Μπορεί όμως να ισχύει και το αντίθετο: η «επώνυμη» ανωνυμία της απόστασης που διασφαλίζει το μέσο δύναται να διαταράξει και να απελευθερώσει τον βόρβορο που κρύβει ο καθένας στην ψυχή του και να τον μοιραστεί με ομοϊδεάτες του.
Δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω σε ποιο βαθμό μπορούν να εξαχθούν με ασφάλεια κοινωνιολογικά, πολιτικά και ψυχολογικά συμπεράσματα για τις τάσεις της μάζας και το κυρίαρχο πνεύμα της εποχής από τη σχολιογραφία στο Facebook. Σε κάθε περίπτωση, όμως, σίγουρα δεν μπορούμε να τα αγνοήσουμε. Δεν μπορούμε για παράδειγμα να παραγνωρίσουμε τη σφοδρότητα και την έκταση της μισαλλοδοξίας, ενός θαρρείς εγγενούς επαρχιωτικού ρατσισμού που διακατέχει μεγάλη μερίδα των Κυπρίων, και με την πρώτη ευκαιρία εμφανίζεται σαν το σαλιγκάρι μετά τη βροχή πίσω από τη διάφανη κουρτίνα του διαδικτύου.
Όλη αυτή η πλημμύρα πληροφόρησης που καταβρέχει καθημερινά ΚΑΙ τα μέσα δικτύωσης φαίνεται ότι κάθε άλλο παρά φιλτράρεται και χωνεύεται σωστά από τους επώνυμους χρήστες, που αντιθέτως φαντάζουν ποσοστιαία ακόμη πιο φανατικοί και απόλυτοι.
Ας πάρουμε για παράδειγμα είδηση με τίτλο «Πρόσφυγες έκαψαν στρώματα στο Κέντρο Φιλοξενίας στην Κοφίνου» που αναρτήθηκε στον ιστοχώρο του Φιλελευθέρου και κοινοποιήθηκε στο Facebook. Ακολούθησε ένας οχετός από σχόλια η ένταση του οποίου μπορώ να πω ότι με ταρακούνησε.
Παραθέτω (με ορθογραφικές και συντακτικές διορθώσεις) ορισμένα από τα πιο κόσμια:
«Ας τους στείλουν πίσω που τζιαμέ που ήρταν», «Δώσ’ τους αγγούρι τζιαι λαλούν σου εν ζαβό», «Οι παραπάνω εν σιυλόμαυροι, στ΄ανάθεμα τζιαι πάνω στα δέντρα που εν μαθημένοι», «Αντί να μείνεις να πολεμήσεις φεύγεις σαν ποντικός και διαμαρτύρεσαι αχάριστε;», «Γιατί έρχονται σε χώρες με διαφορετική κουλτούρα και θρησκεία και δεν πηγαίνουν σε γειτονικές χώρες τζιαι να μας παραιτήσουν ήσυχους;», «Διαμαρτύρομαι κι εγώ γιατί δεν μπορώ να πάω Χαβάη», «Δώσε θάρρος στο χωριάτη να σου βγει και στο κρεβάτι», «Αντί να ευχαριστούν το θεό που γλύτωσαν έχουν και απαιτήσεις», «Αντί να φιλούν το χέρι που τους βοηθά, ακκάνουν το», «Τι τους θέλετε και φέρνετέ τους δαμέσα;», «Έτα χαΐρκα τους, άμεσα να τους φύγετε τους αχάριστους», «Να τζιοιμούνται στο κουγκρί», «Σιγά μην τους φέρνουμε χαβιάρι και αστακό». Βροχή τα like σε όλα αυτά. Και το αστείο είναι ότι κάποιοι θίγονται επειδή, λέει, με τη συμπεριφορά τους προσβάλουν «το πλούσιο και φιλόξενο νησί μας»!
«Αν τους τραβά ο οργανισμός σου τους αράπιες έπαρτους έσω σου» εισηγείται κάποιος απευθυνόμενος σε «αντιρατσιστή», χαρακτηρισμός που περίπου χρησιμοποιείται ως… βρισιά προς τους ελάχιστους που πασχίζουν να υπενθυμίσουν ότι η αναφορά γίνεται σε ταλαιπωρημένες ανθρώπινες υπάρξεις. Ένας μάλιστα επισημαίνει ότι προτιμά να τον αποκαλούν «ρατσιστή» παρά «παλαβό». Κάποιοι επικαλούνται τη χιλιοπιπιλισμένη καραμέλα της... δημοκρατίας και της ελευθερίας λόγου και έκφρασης και τραβάνε το σκοινί παραπέρα, αποδίδοντας το δράμα των προσφύγων «στη θρησκεία τους και στις αντιλήψεις που υποστηρίζουν», ενώ σημειώνουν ότι τον χώρο όπου ζουν σήμερα (εννοούν το ψυχρό Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων) «θα το ζήλευαν πολλές κυπριακές οικογένειες».
Εύχομαι να κάνω λάθος, αλλά αν πάρουμε έστω και στο ελάχιστο σοβαρά τις τάσεις του Facebook είναι ζήτημα χρόνου οι νεοναζιστικές παραφυάδες να θεριέψουν περαιτέρω στην Κύπρο και ν’ αρχίσουν οσονούπω να μας πνίγουν. Ή μήπως είναι απλώς βλακεία; Και ποια η διαφορά;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου