Κάτι τέτοιες μέρες σκέφτομαι ότι αν ο Νταλί ζούσε στην Κύπρο του 2015 θα αρκούσε να ήταν απλώς… ρεαλιστής ζωγράφος.
Τα όρια μεταξύ σοβαρού και αστείου είναι τόσο δυσδιάκριτα που η ουσία και τα αποτελέσματα και των δύο θαρρείς και είναι ακριβώς τα ίδια. Αν αποτιμήσει κάποιος τις διαστάσεις που πήρε ο χοντροκομμένος αστεϊσμός του Προέδρου στον Τούρκο δημοσιογράφο για την ονομασία του νέου κράτους, θα το διαπιστώσει αυτό.
Ανάλογου βεληνεκούς μπούρδες ακούμε και διαβάζουμε από τις αντιδράσεις σε σχέση με το ενδεχόμενο επανάκαμψης του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου στο Αρχαίο Θέατρο της Σαλαμίνας. Η ιδέα πολεμήθηκε εν τη γενέσει της και, δεδομένου ότι δεν είναι απλή υπόθεση η διοργάνωση μιας τέτοιας εκδήλωσης, η υλοποίηση έχει ήδη μετατεθεί για τον Σεπτέμβριο, παρότι τα μέλη της Τεχνικής Επιτροπής για τον Πολιτισμό πολύ θα ήθελαν να ήταν αυτή η πρώτη τους εκδήλωση.
Γιατί είναι «εθνική ήττα» και «ντροπή», παρακαλώ, να τελεστεί το ιερότερο μυστήριο του διαχρονικού ελληνικού πολιτισμού, η αναπαράσταση του αρχαίου ελληνικού δράματος, σ’ έναν κατεχόμενο, ταλαιπωρημένο και κατασυλημένο χώρο- σύμβολο της παγκόσμιας αρχαιολογίας; Και μάλιστα να τελεστεί από τον κρατικό Θεατρικό Οργανισμό, τον κατεξοχήν φορέα θεατρικής ανάπτυξης και παιδείας στον τόπο; Μόνο εγώ βλέπω, άραγε, τον δυνατό συμβολισμό αυτής της εξέλιξης από τη σκοπιά μιας ιστορικής επιστροφής ως μηνύματος ενότητας και συναντίληψης;
Εξ όσων γνωρίζω, είναι οφθαλμοφανές τοις πάσι ότι τα τοξικά τετελεσμένα της εισβολής του 1974 εξακολουθούν να σχηματίζουν ένα περιορισμένης πολιτικής υπόστασης γεωγραφικό μόρφωμα, που όταν κοιμάται ονειρεύεται διεθνή νομιμοποίηση. Εκτός, λοιπόν από τη γείτονα –κι ίσως τον πανδαμάτορα χρόνο- αν κάποιος αμφισβητεί αυτή την πραγματικότητα είναι όσοι φορώντας το προσωπείο του εθνικού πλειοδότη και προσκολλώντας στην ασφάλεια μιας γελοίας τυπολατρίας, κρούουν ακατάπαυστα και εκνευριστικά το καμπανάκι της εθνικής κυριαρχίας, δαιμονοποιούν με επαγγελματική συνέπεια και την παραμικρή προοπτική και μηδενίζουν και το παραμικρό ψήγμα προόδου. Και μάλιστα χωρίς να επιχειρούν καν να προτάξουν μια ρεαλιστική ή –έστω- μια υπερρεαλιστική αντιπρόταση.
Ποιος άραγε «αναγνωρίζει» περισσότερο και δίνει αξία στο ψευδοκράτος; Αυτός που γράφει στα παλιά του τα παπούτσια κάθε λογής τύπους, διατυπώσεις και παιχνίδια εντυπώσεων που σκαρώνουν οι κατοχικές αρχές για εσωτερική κατανάλωση ή αυτός που ωρύεται και δίνει αξία σε κάθε λογής κουρελόχαρτο που φαντασιώνονται ότι επικυρώνουν με τις ψευδοσφραγίδες τους;
Να μην παρεξηγηθώ: Δεν μου αρέσει να βάζω ταμπέλες και δεν αμφισβητώ το γεγονός η συντριπτική πλειοψηφία των Κυπρίων επιθυμούν μια λειτουργική λύση για το νησί. Το ζητούμενο είναι ότι το πράγμα άρχισε να πολώνεται πάλι επικίνδυνα με τους μεν να κατηγορούν τους δε για επιπολαιότητα και εθνική μειοδοσία και τους άλλους να καταλογίζουν στενοκεφαλιά και απορριπτισμό. Εκτιμώ, όμως –δυστυχώς- ότι εφόσον η γέννηση μιας τόσο ωραίας ιδέας, της παρουσίασης μιας παράστασης αρχαίου δράματος στην περίφημη πρωτεύουσα της αρχαίας Κύπρου, συνοδεύεται από τόσο φοβερές ωδίνες, αυτό σημαίνει ότι ο γίγαντας της επανένωσης εξακολουθεί να έχει πήλινα πόδια κι ότι ο μπαμπούλας της καχυποψίας και της μισαλλοδοξίας απλώς λαγοκοιμάται. Κι αρκεί να σπάσει ένα κλαράκι για να ξυπνήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου