Ο Εύης έφυγε υπερπλήρης ιδεών και έργων και δεν είναι καθόλου υπερβολικό να πει κανείς ότι και στα 86 του είχε πολλά ακόμη να προσφέρει.
Στην περίπτωση του γνωστού αποφθέγματος του Αποστόλου Παύλου «ο αποθανών δεδικαίωται» μόνη ερμηνεία που μπορώ να δεχτώ είναι ότι ο άνθρωπος γλιτώνει από τα βάσανα και το βάρος της ματαιότητας της έμβιας πορείας του. Ο λόγος που γενικώς αποφεύγω τις νεκρολογίες είναι η πεποίθηση ότι κατά κανόνα καταλήγουν σε «αγιογραφίες» που αποθεώνουν τον αποδημήσαντα, σκεπάζοντας ακόμη και τα πιο κραυγαλέα του κουσούρια. Και άνθρωποι χωρίς κουσούρια δεν υπάρχουν. Όμως, τι να κάνουμε; Είναι μέρος της κουλτούρας μας από αρχαιοτάτων χρόνων ο τιμητικός αποχαιρετισμός ενός νεκρού.
Ούτε αυτές οι γραμμές που διαβάζετε τώρα σε σχέση με τον Εύη Γαβριηλίδη φιλοδοξούν να γίνουν μια συμβατική τιμητική νεκρολογία. Περισσότερο η αίσθηση που έχω γράφοντάς τες είναι ότι αναφέρονται σε έναν άνθρωπο που είναι ακόμη ζωντανός. Κι επ’ ουδενί δεν έχουν θρηνητικό χαρακτήρα. Ναι, ο Εύης έφυγε υπερπλήρης ιδεών και έργων και δεν είναι καθόλου υπερβολικό να πει κανείς ότι και στα 86 του είχε πολλά ακόμη να προσφέρει. Η επιβλητική του παρουσία από μόνη της ανάμεσά μας στα διάφορα τακτικά και έκτακτα θεατρικά ραντεβού ήταν αρκετή για να κεφαλαιοποιείται σε έμπνευση και κίνητρα από τον καλλιτεχνικό κόσμο.
Διερωτήθηκα, ωστόσο, παρακολουθώντας την τελευταία του «παράσταση» στο Κοιμητήριο Λευκωσίας την περασμένη Πέμπτη αν σε περιπτώσεις αναχώρησης τέτοιων φωτεινών ανθρώπων, οι οποίοι έζησαν τη ζωή τους στο έπακρο και άφησαν τόσο βαθύ και ανεξίτηλο το αχνάρι τους μέσα στο χρόνο, αρμόζουν οι οδυρμοί και οι θρηνωδίες.
Θα αρκούσε να ανακαλέσει κανείς στη μνήμη κάποια από τα σπιρτόζικα αστεία του ή τις πνευματώδεις ατάκες του για να διώξει εκείνο τον άτιμο τον κόμπο που έσφιγγε το λαιμό. Σπάνια πηγαίνω σε νεκρώσιμες τελετές, αλλά στη συγκεκριμένη κάτι με ωθούσε να παρευρεθώ. Κι αυτό ενδεχομένως να ήταν ότι ήθελα να χωνέψω καλά το γεγονός ότι μια τέτοια ολόφωτη προσωπικότητα έπαψε πράγματι να βρίσκεται ανάμεσα στους έμβιους. Και δεν μπορώ να πω ότι τελικά τα κατάφερα –κι ας είδα με τα μάτια μου το χώμα να τον σκεπάζει.
Έφυγε άραγε πραγματικά ο Κάρολος Κουν; Έπαψαν να υπάρχουν ο Χατζιδάκις, ο Κακογιάννης, ή ο Μπέκετ, ο Μολιέρος, ο Σαίξπηρ; Ο μύθος του Εύη είχε αρχίσει να χτίζεται όσο βρισκόταν εν ζωή. Ο ίδιος έμοιαζε να τον διασκεδάζει με αξιοπρέπεια χωρίς να παρεκκλίνει ούτε χιλιοστό από εκείνο το αντιφατικό κράμα απλότητας και αρχοντιάς που αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της γοητείας του. Ο θάνατός του, όπως είναι φυσικό, θα τον γιγαντώσει και θα υπογραμμίσει ακόμη πιο έντονα το κληροδότημα και τα διδάγματά του στις επόμενες γενιές.
Ναι, όπως τόσο γλαφυρά περιέγραψε η Δέσποινα Μπεμπεδέλη στον μεστό και συναισθηματικά φορτισμένο επικήδειό της, υπήρξε μια εναργής προσωπικότητα που αντλούσε γοητεία μέσα από τις αντιφάσεις: τρυφερός και σκληρός, πείσμων και διαλλακτικός, φλεγματικός και εκρηκτικός, παγερός και υπερευαίσθητος, φιλικός και απόμακρος, ήπιος και θυελλώδης. Όμως τα πιο γοητευτικά του στοιχεία δεν θα μπορούσε να είναι άλλα από την ίδια τη μελωδία της τέχνης του και το μοναδικό του χάρισμα να εμπνέει και να επιστρατεύει στο όραμά του όσους τον συναναστρέφονται. Όποιος είχε τη χαρά να τον γνωρίσει και την ευκαιρία να υποψιαστεί έστω το άσβεστο πάθος του για θέατρο, αυτομάτως ανέβαζε τον πήχη για τον ίδιο του τον εαυτό. Κι εγώ είμαι σίγουρα ένας από αυτούς.
Αν ο Εύης Γαβριηλίδης δεν έπαιρνε –υποθετικά μιλώντας- την τολμηρή απόφαση να επιστρέψει στην Κύπρο βρίσκοντας και τους κατάλληλους συνεργάτες για να θέσει τις βάσεις αυτού που σήμερα αποκαλούμε «Κυπριακό Θέατρο», η Ιστορία θα είχε γραφτεί εντελώς διαφορετικά. Και φεύγοντας, δεν άφησε τα ψάρια του κυπριακού θεάτρου μισοτηγανισμένα. Ολοκλήρωσε τη δουλειά.
Μπορεί, λοιπόν, η φυσική του πορεία να έληξε στις 15 Απριλίου 2015, εντούτοις η αναχώρησή του σήμανε την έναρξη της εποχής όπου οι επόμενες γενιές, άμεσα ή έμμεσα γαλουχημένες από τον ίδιο, θα κληθούν να διαχειριστούν και να αξιοποιήσουν τη βαθιά ριζωμένη κληρονομιά του.
Φωτογραφία: Δημήτρης Βαττής.
Ούτε αυτές οι γραμμές που διαβάζετε τώρα σε σχέση με τον Εύη Γαβριηλίδη φιλοδοξούν να γίνουν μια συμβατική τιμητική νεκρολογία. Περισσότερο η αίσθηση που έχω γράφοντάς τες είναι ότι αναφέρονται σε έναν άνθρωπο που είναι ακόμη ζωντανός. Κι επ’ ουδενί δεν έχουν θρηνητικό χαρακτήρα. Ναι, ο Εύης έφυγε υπερπλήρης ιδεών και έργων και δεν είναι καθόλου υπερβολικό να πει κανείς ότι και στα 86 του είχε πολλά ακόμη να προσφέρει. Η επιβλητική του παρουσία από μόνη της ανάμεσά μας στα διάφορα τακτικά και έκτακτα θεατρικά ραντεβού ήταν αρκετή για να κεφαλαιοποιείται σε έμπνευση και κίνητρα από τον καλλιτεχνικό κόσμο.
Διερωτήθηκα, ωστόσο, παρακολουθώντας την τελευταία του «παράσταση» στο Κοιμητήριο Λευκωσίας την περασμένη Πέμπτη αν σε περιπτώσεις αναχώρησης τέτοιων φωτεινών ανθρώπων, οι οποίοι έζησαν τη ζωή τους στο έπακρο και άφησαν τόσο βαθύ και ανεξίτηλο το αχνάρι τους μέσα στο χρόνο, αρμόζουν οι οδυρμοί και οι θρηνωδίες.
Θα αρκούσε να ανακαλέσει κανείς στη μνήμη κάποια από τα σπιρτόζικα αστεία του ή τις πνευματώδεις ατάκες του για να διώξει εκείνο τον άτιμο τον κόμπο που έσφιγγε το λαιμό. Σπάνια πηγαίνω σε νεκρώσιμες τελετές, αλλά στη συγκεκριμένη κάτι με ωθούσε να παρευρεθώ. Κι αυτό ενδεχομένως να ήταν ότι ήθελα να χωνέψω καλά το γεγονός ότι μια τέτοια ολόφωτη προσωπικότητα έπαψε πράγματι να βρίσκεται ανάμεσα στους έμβιους. Και δεν μπορώ να πω ότι τελικά τα κατάφερα –κι ας είδα με τα μάτια μου το χώμα να τον σκεπάζει.
Έφυγε άραγε πραγματικά ο Κάρολος Κουν; Έπαψαν να υπάρχουν ο Χατζιδάκις, ο Κακογιάννης, ή ο Μπέκετ, ο Μολιέρος, ο Σαίξπηρ; Ο μύθος του Εύη είχε αρχίσει να χτίζεται όσο βρισκόταν εν ζωή. Ο ίδιος έμοιαζε να τον διασκεδάζει με αξιοπρέπεια χωρίς να παρεκκλίνει ούτε χιλιοστό από εκείνο το αντιφατικό κράμα απλότητας και αρχοντιάς που αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της γοητείας του. Ο θάνατός του, όπως είναι φυσικό, θα τον γιγαντώσει και θα υπογραμμίσει ακόμη πιο έντονα το κληροδότημα και τα διδάγματά του στις επόμενες γενιές.
Ναι, όπως τόσο γλαφυρά περιέγραψε η Δέσποινα Μπεμπεδέλη στον μεστό και συναισθηματικά φορτισμένο επικήδειό της, υπήρξε μια εναργής προσωπικότητα που αντλούσε γοητεία μέσα από τις αντιφάσεις: τρυφερός και σκληρός, πείσμων και διαλλακτικός, φλεγματικός και εκρηκτικός, παγερός και υπερευαίσθητος, φιλικός και απόμακρος, ήπιος και θυελλώδης. Όμως τα πιο γοητευτικά του στοιχεία δεν θα μπορούσε να είναι άλλα από την ίδια τη μελωδία της τέχνης του και το μοναδικό του χάρισμα να εμπνέει και να επιστρατεύει στο όραμά του όσους τον συναναστρέφονται. Όποιος είχε τη χαρά να τον γνωρίσει και την ευκαιρία να υποψιαστεί έστω το άσβεστο πάθος του για θέατρο, αυτομάτως ανέβαζε τον πήχη για τον ίδιο του τον εαυτό. Κι εγώ είμαι σίγουρα ένας από αυτούς.
Αν ο Εύης Γαβριηλίδης δεν έπαιρνε –υποθετικά μιλώντας- την τολμηρή απόφαση να επιστρέψει στην Κύπρο βρίσκοντας και τους κατάλληλους συνεργάτες για να θέσει τις βάσεις αυτού που σήμερα αποκαλούμε «Κυπριακό Θέατρο», η Ιστορία θα είχε γραφτεί εντελώς διαφορετικά. Και φεύγοντας, δεν άφησε τα ψάρια του κυπριακού θεάτρου μισοτηγανισμένα. Ολοκλήρωσε τη δουλειά.
Μπορεί, λοιπόν, η φυσική του πορεία να έληξε στις 15 Απριλίου 2015, εντούτοις η αναχώρησή του σήμανε την έναρξη της εποχής όπου οι επόμενες γενιές, άμεσα ή έμμεσα γαλουχημένες από τον ίδιο, θα κληθούν να διαχειριστούν και να αξιοποιήσουν τη βαθιά ριζωμένη κληρονομιά του.
Μολιέρος, Ο ασυλλόγιστος, Θέατρο ΡΙΚ, 1969 (η υπόκλιση μετά την πρεμιέρα).



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου