Ο «Πολιτισμός της κοτσάνας» ζει και βασιλεύει
και οι εκφραστές του εξακολουθούν να φέρονται σαν να απευθύνονται σε κρετίνους.
Πριν
από μερικές εβδομάδες στον Στρόβολο σκύψαμε για να μη μας βρει στο δοξαπατρί η
κοτσάνα περί μετατροπής της Κύπρου σε «κέντρο Πολιτισμού και Παιδείας για την
Ανατολική Μεσόγειο». Ήταν από τις χοντρές, είναι η αλήθεια και -ας είναι καλά ο
Πρόεδρος που την εκστόμισε- έδωσε λαβή για αρκετά σχόλια και -αν μη τι άλλο-
έσκασε το χειλάκι μας.
Κι εκεί που πιστέψαμε ότι δεν μπορεί να έχει καλύτερο, ήρθε πριν λίγες μέρες ο αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος να μπήξει με πανηγυρικό ύφος στην ίδια πρόταση τις λέξεις «Μέγαρο Πολιτισμού» και «Δημοτικό Θέατρο». Αυτή τη φορά μας έπιασε εξαπίνης και τη φάγαμε κατακούτελα.
Θα
μπορούσε να είναι ένα άστοχο επικοινωνιακό κολπάκι, ένα φτηνό παιχνιδάκι
εντυπώσεων, αλλά δυστυχώς κάτι μου λέει ότι μέσα στο μυαλό κάποιων από αυτούς
που μας κυβερνούν έχει εξισωθεί σε μέγεθος, σημασία και δυνατότητες η
αναστήλωση ενός ιστορικού κτηρίου και η ανέγερση ενός επιβλητικού και
λειτουργικού αρχιτεκτονήματος που θα αναβάθμιζε ουσιαστικά όλες τις πτυχές της
πολιτιστικής μας ζωής. Γιατί -υπενθυμίζω- αυτό αφορούσε η αρχική ιδέα ενός
Μεγάρου Πολιτισμού.
Δεν
θέλω να υποτιμήσω τη σημαντική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να αναστηλώσει
ένα κτήριο που εδώ και έξι χρόνια αποτελεί ένα προεξέχον μνημείο ελαφρότητας
και τσαπατσουλιάς, μια μολυσμένη πληγή στο πολυτραυματισμένο σώμα της
πρωτεύουσας. Υπό τις περιστάσεις, είναι μια απόφαση σχεδόν επαναστατική, που θα
μπαλώσει κάποιες από τις σοβαρές ελλείψεις που έχουμε σε πολιτιστικές υποδομές,
θα σουλουπώσει κάπως μια καίρια περιοχή της Λευκωσίας και θα προσθέσει μια
σημαντική επιλογή για σοβαρές πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Δεν
πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι το ιστορικό αυτό κτήριο θα το είχαμε και θα το
αξιοποιούσαμε μια χαρά εάν δεν κατέρρεε μια ωραία πρωία, ελάχιστα χρόνια μετά
τη ριζική και ακριβή του αναπαλαίωση. Αξίζουν μια επικρότηση που αποφάσισαν να
κινήσουν τη μηχανή, αλλά αν περιμένετε να διαβάσετε γαλιφιές και επαίνους
πρέπει να έχετε πέσει σε λάθος στήλη. Εδώ είμαστε γκρινιάριδες, μίζεροι και
αδιόρθωτα καχύποπτοι.
Τα
περί «Σπιτιού του Πολιτισμού» που ακούστηκαν πριν μερικούς μήνες και προκάλεσαν
αρνητική εντύπωση είναι προφανές ότι δεν ήταν παρά μια πιο λογική, πιο ήπια
ονοματολογία της λέξης «Μέγαρο». Δεν δούλεψε, γι’ αυτό και ο εκπρόσωπος -που
θέλω να πιστεύω ότι δεν τα σκέφτεται και τα λέει μόνος του- επανέφερε στη ζωή
μας τη λέξη αυτή, την οποία είχε αναφέρει ρητά στις προεκλογικές του εξαγγελίες
ο Νίκος Αναστασιάδης.
Το
φυσιολογικό αποτέλεσμα ήταν να τους ξεφωνίσει -εμμέσως- μέχρι και ο Πρόδρομος
Προδρόμου, που εισηγήθηκε δημόσια να αποφύγουμε να χαρακτηρίσουμε το κτήριο
μετά την αποκατάστασή του ως «Μέγαρο Πολιτισμού» και υπέδειξε ότι η αξιοποίηση
της υποδομής θα πρέπει να γίνει «χωρίς φανφάρες». Εγώ τι να προσθέσω;
Αφού
το πήραμε απόφαση ότι κτήριο στο μέγεθος και την ποιότητα αυτού που είχε
σχεδιαστεί να χτιστεί στην περιοχή της Αρχιγραμματείας δεν πρόκειται να το
δούμε ούτε τον αιώνα τον άπαντα, μπορούμε να αρχίσουμε να εξοικειωνόμαστε με
την ιδέα ότι από το τίποτα κάτι είναι κι αυτό.
Άλλωστε
τα πολυτελή μέγαρα θέλουν και επιδέξιους θαμώνες. Εμείς, συνειδητά και μοιραία
θα μείνουμε… με τον παίδαρο, γιατί μας τρόμαξε ο όρος «Μέγαρο» περισσότερο από
το κόστος του. Παρά το ότι ο αρχοντοχωριατισμός μας έχει χτυπήσει κόκκινο σε
όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας, στην περίπτωση αυτή ανακαλύψαμε την
εγκράτεια και τη μετριοπάθεια, θεωρήσαμε ότι ο όρος αποπνέει έπαρση, συνιστά
μια περιττή πολυτέλεια. Προφανώς, γιατί δεν είναι αρκετά μίζερο -σαν τα μούτρα
μας- για να το χωνέψουμε.
Σε
κάτι λημέρια σαν τα δικά μας δικαιώνεται η περίφημη φράση που αποδίδεται στον
Χέρμαν Γκέρινγκ, αλλά προέρχεται από το φιλοναζιστικό θεατρικό έργο του Χανς
Γιοστ «Σλαγκέτερ»: «Όταν ακούω τη λέξη ‘κουλτούρα’ απασφαλίζω το περίστροφο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου