Η κατάργηση του Βραβείου Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη είναι κάτι παραπάνω από μια «επώδυνη απόφαση». Είναι ένα αψυχολόγητο έγκλημα με θύμα το μέλλον της κυπριακής λογοτεχνίας.
Το 1988, ο 73χρονος –τότε-
Ζήσιμος Λορεντζάτος δεν αποδέχτηκε το Κρατικό Βραβείο Κριτικής-Δοκιμίου της
Ελλάδος, εκφράζοντας την επιθυμία να μεταβιβαστεί αυτούσιο σε νέο λογοτέχνη.
Αισθάνθηκε ότι μεγαλύτερη τιμή για την προσφορά του στη λογοτεχνία περιποιεί η
εκτίμηση για το ογκώδες ποιητικό και δοκιμιακό έργο του. Προσοχή: δεν
απαρνήθηκε, ούτε χλεύασε το βραβείο, όπως έκανε π.χ. ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.
Ήθελε μόνο να δείξει ότι μια τέτοια διάκριση είναι πιο χρήσιμη και αναγκαία σε
έναν νεότερο.
Στις Πολιτιστικές
Υπηρεσίες έχει πέσει ο αστραφτερός μπαλτάς των περικοπών μειώνοντας ακόμη
περισσότερο τον αστείο προϋπολογισμό που αφιέρωνε η… ευαίσθητη πολιτιστικά
πολιτεία μας στον πολύπαθο τομέα. Η μπόρα παίρνει όλες τις εκφάνσεις της
πολιτιστικής δραστηριότητας και η πολιτιστική μας ατζέντα οδεύει με μαθηματική ακρίβεια
στο μαρασμό. Όταν κάποιος θέλει να κάνει περικοπές στον προϋπολογισμό του
συνήθως συνθέτει μια λίστα κι αρχίζει να «κόβει» αυτά που είναι λιγότερο σημαντικά.
Δεν βάζει κλήρο κι όποιον πάρει ο Χάρος.
Τα αναφέρω όλα αυτά γιατί
προσπαθώ να κατανοήσω τους λόγους οι οποίοι, στο πλαίσιο των διαβόητων
περικοπών, ώθησαν τους φωστήρες στις ΠΥ να μην προκηρύξουν το Βραβείο
Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη. Μπορώ να καταλάβω –παρόλες τις ενστάσεις- τη
γενναία μείωση του χρηματικού επάθλου. Μπορώ να κατανοήσω ακόμη και τη
συγχώνευση των κατηγοριών και τη συνεπακόλουθη βράχυνση της λίστας με τις
κατηγορίες βραβείων.
Η κατάργηση όμως της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι κάτι παραπάνω από μια «επώδυνη απόφαση». Είναι ένα αψυχολόγητο έγκλημα με θύμα το ίδιο το μέλλον της κυπριακής λογοτεχνίας. Η διάκριση αυτή μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κίνητρο για έναν λογοτέχνη να συνεχίσει να προσφέρει, παρά τις αντιξοότητες, τις υπηρεσίες του στη λογοτεχνία με προοπτική να διεκδικήσει αργότερα βραβεία, διακρίσεις και -το κυριότερο- τη θέση του στην ιστορία της λογοτεχνίας της Κύπρου.
Η κατάργηση όμως της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι κάτι παραπάνω από μια «επώδυνη απόφαση». Είναι ένα αψυχολόγητο έγκλημα με θύμα το ίδιο το μέλλον της κυπριακής λογοτεχνίας. Η διάκριση αυτή μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κίνητρο για έναν λογοτέχνη να συνεχίσει να προσφέρει, παρά τις αντιξοότητες, τις υπηρεσίες του στη λογοτεχνία με προοπτική να διεκδικήσει αργότερα βραβεία, διακρίσεις και -το κυριότερο- τη θέση του στην ιστορία της λογοτεχνίας της Κύπρου.
Στην Ελλάδα, το
συγκεκριμένο βραβείο δεν απονέμεται καν, όμως, είναι διαφορετικά τα μεγέθη κι οι
περιστάσεις αναφορικά με το δυναμικό, το έργο του οποίου είναι υπό κρίση κάθε
χρόνο. Το χρηματικό έπαθλο δεν είναι αυτοσκοπός, όπως δεν είναι ούτε το ίδιο το
βραβείο. Δεν είναι απαραίτητα ένας διαγωνισμός όπου πρέπει να κερδίσει ο
καλύτερος. Ο χαρακτήρας των βραβείων παραμένει τιμητικός κι είναι μεν φυσιολογικό
οι διακρίσεις να επικεντρώνονται σε καθιερωμένα λογοτεχνικά μεγέθη, αλλά ο
στόχος παραμένει η αποτύπωση των αισθητικών και κοινωνικών εξελίξεων στο μικρό
μας νησί.
Καθώς υπάρχει μια σχετική
ξηρασία όσον αφορά στην ενασχόληση των νέων με τη λογοτεχνία, υπάρχει μια
αίσθηση ότι κάθε χρόνο ανεμετριούνται οι ίδιοι και οι ίδιοι κι είναι κάτι
παραπάνω από εμφανές ότι είναι απαραίτητη η ανανέωση του αίματος. Στην πιο
κρίσιμη στιγμή, με τη νοοτροπία του εφήμερου, οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες επιλέγουν
να θυσιάσουν το συγκεκριμένο βραβείο για να διατηρήσουν το κύρος του θεσμού,
που τα τελευταία χρόνια έχει κλονιστεί σοβαρά. Τις επιπτώσεις από αυτή την
απόφαση θα τις βρουν μπροστά τους τα επόμενα χρόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου