Σελίδες

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Το άδειο πλατύγυρο

Δεν έφυγε πικραμένος. Πάντοτε ήταν. Πικραμένος γι’ αυτά που κρύβονται και διψασμένος να τα ξεσκεπάσει.

 Όχι. Ουδείς νεκρός δεδικαίωται. Κι ίδιος θα ήταν ο πρώτος που θα λοιδορούσε οποιονδήποτε τολμούσε να παρουσιάσει κάποιου είδους «αγιογραφία» περί των έργων και ημερών του. Εντούτοις, θα λείψει σε πολύ κόσμο, με τα καλά και με τα στραβά και τα ολισθήματά του. Ακόμη και απ’ αυτούς που θεωρούσε καλούς φίλους και στη συνέχεια τους έπιανε στο στόμα του κι έβγαζε στη φόρα τα κουσούρια τους. Κι ήταν να μη σε πιάσει ένας Ρασούλης στο στόμα του.

Δεν έκατσε ποτέ στ’ αυγά του και δεν έζησε στη γυάλα. Είχε τη σπάνια ικανότητα να βλέπει πράγματα πίσω από τη σκούρη κουρτίνα της πραγματικότητας. Δεν έφυγε πικραμένος. Πάντοτε ήταν. Πικραμένος γι’ αυτά που κρύβονται και διψασμένος να τα ξεσκεπάσει. Άφησε άδειο το μαύρο πλατύγυρο «πλήρης ιδεών», όπως ήθελε, χάρη σ’ αυτή τη δίψα. Κι ας έφυγε ελλιπής ημερών.

Κι ας τον έκανε τσακωτό ο Θάνατος μόνο –φαινομενικά-  και αβοήθητο. Φαινομενικά, γιατί μόνος δεν ήταν ποτέ. Πλάσαρε μόνο τη χαρακτηριστική φυσιογνωμία του μοναχικού με τα λευκά γένια και τ’ αυγουλωτά μάτια. Η σκέψη και η έγνοια των απλών ανθρώπων ήταν πάντοτε μαζί του και τον ζέσταινε.

Αυτό που τον πλήγωνε περισσότερο ήταν και μεγαλύτερη πληγή της σύγχρονης Ελλάδας, η πνευματική παρακμή και η πολιτιστική της στειρότητα. Αυτή είναι που προηγήθηκε και επέφερε και την άλλη κατάντια, την οικονομική.

Για την κατάντια της Ελλάδας, τα ‘λεγε και τα ‘γραφε χρόνια πριν και τώρα οι διαπιστώσεις του φαντάζουν σαν αντριχιαστικες προφητείες («Ρασούλη» στα αραβικά σημαίνει «προφήτης», όπως επισήμαινε): «Η Ελλάδα δεν παρέχει πια κανένα υλικό, κανένα κραδασμό που να πάρει ο δημιουργός και να πλάσει» γράφει στο βιβλίο «Εδώ είναι του Ρασούλη». «Επομένως νοώ πως η Ελλάδα, ένα μικρό έθνος μέσα στο πουθενά της παγκοσμιοποίησης, αυτοκαταργείται και βγάζει τα προικιά της στα γιουσουρούμ του διεθνούς πάρε-δώσε που κι αυτό περνά βαθιά κρίση. Μεταλλάσσει το είναι της νομίζοντας ότι έτσι θα επιβιώσει. Βεβαίως η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει κ.λπ. όμως όλοι παραδέχονται ότι ζούμε πια στις moneyland: το χρήμα κυβερνά, δεν έχει σύνορα και πατρίδα κι ως εκ τούτου τρέχα γύρευε.»

Φώναζε ότι «η θηριώδης νεοπλουτίλα και νομενκλατούρα των κυβερνώντων οδήγησε το όλο πράγμα στον γκρεμό.»

Δεν διεκδίκησε θώκους και χρήσματα. Τα έβαλε με τους πάντες, δε συμβιβάστηκε και πονούσε βλέποντας πώς καταντά το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Μιλούσε για τη «δικτατορία της δισκογραφίας επί των ψυχών» που «επέβαλε ένα στάτους εμφιάλωσης του τραγουδιού προς όφελος του ναρκισσισμού των τραγουδιστών και των παραγωγίσκων».

Και η άποψή του για το τραγούδι ήταν σταράτη: «Το τραγούδι δεν είναι κωλοσφούγκι των εξουσιών. Το τραγούδι είναι σαν το λουλούδι. Δεν ζητά εξουσία. Ζητά να ενώσει τις ψυχές, διότι ‘Εν το παν’».


Αρκούσε να τον γνωρίσεις μια φορά και θα τον ένιωθες φίλο για πάντα τον Ρασούλη. Και κατά βάθος παρακάλαγες να σε πιάσει κάποτε στο στόμα του…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου