Τα αστεία του Πανούση ήταν ένας
μεταμφιεσμένος λυγμός πάνω από τα συντρίμμια της Μικροαστικής μας Καταστροφής.
«Να γελάμε με την καρδιά μας να μη μας γελούν τα μάτια μας» (Τζίμης Πανούσης).
Λίγα πράγματα αναγούλιαζαν τον Τζίμη Πανούση περισσότερο από μια εγκωμιαστική νεκρολογία. Σε καμιά περίπτωση, όπως πίστευε κι ο ίδιος, ο αποθανών δεν δεδικαίωται, αφού αν ήταν έτσι θα έπρεπε να πούμε μια καλή κουβέντα μετά θάνατον και για τον Αδόλφο Χίτλερ. Ότι ήταν καλός ζωγράφος, έστω. Ο Πανούσης όχι απλώς πίστευε στην ατελή φύση του ανθρώπου, αλλά έχτισε μια ολόκληρη... καριέρα πάνω στην πεποίθηση ότι είμαστε ελαττωματικά όντα.
«Ευτύχημα» για τη μούσα της σάτιρας αποτελούσε το γεγονός ότι ζούσε και μεγαλουργούσε στο Σουργελιστάν, όπως αποκαλούσε την πατρίδα των νεοελλήνων και τον τόπο εφαρμογής του «υπαρκτού σουρεαλισμού». Αν η Ελλάδα ήταν μια ιδανική χώρα ο ακάματος, αντισυμβατικός γελωτοποιός θα διέπρεπε είτε ως άεργος αεριτζής, ως οδηγός νεκροφόρας, ή ως τραγουδιστής σε σκυλάδικο. Εντούτοις, «ο θεός της σάτιρας είναι μεγάλος» και «εν αρχή ην ο δόλος» με αποτέλεσμα να τον θρηνούμε σήμερα γελώντας με την ιδιότητα που δήλωνε στην εφορία: χειριστής γλώσσας. Γλώσσας ζωντανής, επικοινωνιακά και ανατομικά. Κι είναι ένα επάγγελμα που ο ίδιος κατηγοριοποιούσε στα ανθυγιεινά.
Είχε, λοιπόν, πολλά ελαττώματα. Γι’ αυτό και η σάτιρά του ξεκινούσε και τελείωνε πάντα από τον εαυτό του. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Δεν είναι από ταλέντο που λέω αστεία. Απλά πάσχω από γυναικομαστία» (φυσικά, κάνει και ρίμα). Όχι μόνο παραδεχόταν τις ιδεοληψίες του, όχι μόνο αυτοσαρκαζόταν, αλλά αποτελούσαν και την πηγή, το σημείο έναρξης, το βασικό φίλτρο πριν στρέψει τη σάτιρα, χωρίς χαλινάρι πια, επί δικαίων και αδίκων. Χωρίς ιδεοληψίες άλλωστε, δεν θα ήταν παρά απλώς ένας αριθμός ΑΜΚΑ. Όχι Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης, αλλά «Μειωμένης Κοινωνικής Αντιλήψεως».
Ο Πανούσης σατίριζε και τη μάνα του. Τίποτε δεν ήταν στο απυρόβλητο και τίποτε δεν θεωρούσε αρκετά σοβαρό ώστε να κωλώσει να το εμπαίξει. Βασική θέση στην κοσμοθεωρία του είχε η πεποίθηση ότι τα όρια της σάτιρας, η οποία προϋποθέτει την υπερβολή, τη σύγκριση και την ειρωνεία, τα ορίζει με τη στάση του το κοινό. Αρχίζει εκεί που τελειώνει η υπομονή κι η ανοχή των ανθρώπων, εκπορεύεται από την ανάγκη να βρεθεί ένα παυσίπονο, ένα αντίβαρο στην τραγική καθημερινότητα. Και τελειώνει εκεί που ο τελευταίος θεατής-ακροατής γυρίζει την πλάτη.
Από τον Αριστοφάνη και τον Γεώργιο Σουρή, τους οποίους θαύμαζε και θεωρούσε πνευματικούς του προπάτορες, η γνήσια και αιχμηρή σάτιρα, αυτή που φυτεύει στη συνείδηση τον σπόρο του προβληματισμού και της αμφιβολίας, στρέφεται ενάντια στην ανθρώπινη συμπεριφορά και στηλιτεύει τα κουσούρια μας και τα κακώς κείμενα της κοινωνίας. Κυρίως, όμως, έχει θεραπευτικές και απελευθερωτικές ιδιότητες, απαλύνει από τον πόνο και σκουπίζει τα δάκρυα.
Το κύριο συστατικό της στοιχείο, όμως, είναι η χαρμολύπη. Ο σατιρικός ποιητής είναι ένα αλεξικέραυνο δυστυχίας και καημού. Λειτουργεί ως αγωγός που μεταφέρει το αρνητικό φορτίο στο έδαφος και στη συνέχεια το μετατρέπει σε ηλεκτρίζουσα ψυχαγωγία. Τα αστεία του Πανούση ήταν ένας μεταμφιεσμένος λυγμός πάνω από τα συντρίμμια της Μικροαστικής μας Καταστροφής. «Ο φόβος φυλάει τα έργα» έλεγε. Τα έργα, με τα οποία επέτρεπε στον άγνωστο κοινωνό να σκύβει και να μπανίζει από την κλειδαρότρυπα την προσωπική του τραγωδία να παρενδύεται την γκροτέσκα ψυχαγωγία. Σε πολλές περιπτώσεις, σκάει στο μυαλό μετά από καιρό η συνειδητοποίηση ότι οι φαινομενικές ασυναρτησίες και χοντράδες του ήταν πολύ σοβαρές και πικρές διαπιστώσεις.
Κι έτσι τελικά ο Τζιμάκος έπεσε μέσα στον λάκκο με τ’ αστεία που έσκαβε από παιδί, όπως λέει και στο πλέον αυτοβιογραφικό του τραγούδι. Πλήρωσε ακριβά την «τέλεια ληστεία» που είχε σκαρφιστεί, καταδικάζοντας τον εαυτό του να σφουγγίζει σε όλη του τη ζωή την περιρρέουσα θλίψη με τις ευαίσθητες κεραίες του: «Το τσίρκο που 'χω στήσει, το υπόγειο μαγαζί/ βουλιάζει και με παίρνει και μένανε μαζί/ Βουτάω το μαύρο χιούμορ σε έγχρωμη οπή/ και δάχτυλο Κυρίου μού γνέφει σιωπή».
Αυτός ήταν ίσως και κι ένας από τους λόγους που η καρδιά του ήταν τόσο εύθραυστη. Η προηγούμενη φορά που κατέρρευσε ήταν επί σκηνής, ένα μήνα πριν πεθάνει. Κι όπως ο ίδιος περιέγραφε με τον ιδιαίτερο τρόπο του από το κρεβάτι της ανάρρωσης, ήταν η τρίτη φορά που πήγαινε στον άλλο κόσμο και δεν του άρεσε καθόλου. «Χωρίς σκηνικά, απέραντη μοναξιά και μύριζε αλβανική φούντα». Μέχρι που έφτασε η φορά που δεν κατάφερε να ξεγλιστρίσει και να γυρίσει «πίσω στο μπουρδέλο». Έστειλε τον ίδιο οριστικά στο μνήμα και τους θαυμαστές του στο... dark site of the mood.
Εγώ θα πρόσθετα ακόμη μια φορά που ο Τζιμάκος αποδήμησε στον άλλο κόσμο για να μας σώσει. Ήταν το περασμένο καλοκαίρι, ως Τρυγαίος, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη. Αρχής γενομένης από την Επίδαυρο, καβάλησε το σκαθάρι και πήγε στον Όλυμπο αποφασισμένος να απελευθερώσει την Ειρήνη και να μας λυτρώσει από τους εξωτερικούς κι εσωτερικούς μας πολέμους. Κι εκεί τον υποδέχτηκε ο Ερμής Ψυχοπομπός για να τον ενημερώσει ότι οι θεοί την έχουν κάνει προ πολλού απ’ την Ελλάδα.
Την ώρα που βρισκόταν στο πάλκο το αντιμετώπιζε όλο αυτό και λίγο σαν κήρυγμα. Αισθανόταν παπάς και παπατζής ταυτόχρονα. Γι’ αυτό, να πω την αμαρτία μου, όταν είδα στη φωτογραφία το φέρετρό του τον φαντάστηκα φευγαλέα ντυμένο ιερέα να τελεί την ίδια του την κηδεία. Αλλά δεν μου ήρθε να γελάσω. Ένιωσα περισσότερο ένα σφίξιμο. Ο Τζίμης πέθανε και τέλος. Και μάλιστα –τι ειρωνεία- πέθανε ακριβώς στην ηλικία του πατέρα μου, λίγο πριν κλείσει τα 64, για να μου ορίσει σε προσωπικό επίπεδο ακόμη μια σημαντική δοκιμασία απώλειας που δεν πρόκειται να ξεπεράσω όσο αναπνέω. Για να το συνειδητοποιήσω αυτό έπρεπε να δω το φέρετρο κλειστό. Κι όχι ανοιγμένο για να μπαινοβγαίνει, όπως στο τραγούδι «Μάγισσα Μανούλα». Πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι δεν θα την πάθει να ξαναγεννηθεί για μια φορά ακόμη.
Το 2018 καταγράφει την απώλεια ενός κλόουν με κοφτερό μυαλό και σχεδόν προφητικές ικανότητες. Ενός Καραγκιόζη, που ζούσε περιγελώντας την ίδια του τη μιζέρια και καρπαζώνοντας με λέξεις τους κάθε λογής Χατζηαβάτηδες. Αλλά κι ενός περφόρμερ που ΜΙΑ παράσταση έκανε πάντα. Και απευθυνόταν σ’ έναν μόνο θεατή: εσένα, αράπη μου.
«Να γελάμε με την καρδιά μας να μη μας γελούν τα μάτια μας» (Τζίμης Πανούσης).
Λίγα πράγματα αναγούλιαζαν τον Τζίμη Πανούση περισσότερο από μια εγκωμιαστική νεκρολογία. Σε καμιά περίπτωση, όπως πίστευε κι ο ίδιος, ο αποθανών δεν δεδικαίωται, αφού αν ήταν έτσι θα έπρεπε να πούμε μια καλή κουβέντα μετά θάνατον και για τον Αδόλφο Χίτλερ. Ότι ήταν καλός ζωγράφος, έστω. Ο Πανούσης όχι απλώς πίστευε στην ατελή φύση του ανθρώπου, αλλά έχτισε μια ολόκληρη... καριέρα πάνω στην πεποίθηση ότι είμαστε ελαττωματικά όντα.
«Ευτύχημα» για τη μούσα της σάτιρας αποτελούσε το γεγονός ότι ζούσε και μεγαλουργούσε στο Σουργελιστάν, όπως αποκαλούσε την πατρίδα των νεοελλήνων και τον τόπο εφαρμογής του «υπαρκτού σουρεαλισμού». Αν η Ελλάδα ήταν μια ιδανική χώρα ο ακάματος, αντισυμβατικός γελωτοποιός θα διέπρεπε είτε ως άεργος αεριτζής, ως οδηγός νεκροφόρας, ή ως τραγουδιστής σε σκυλάδικο. Εντούτοις, «ο θεός της σάτιρας είναι μεγάλος» και «εν αρχή ην ο δόλος» με αποτέλεσμα να τον θρηνούμε σήμερα γελώντας με την ιδιότητα που δήλωνε στην εφορία: χειριστής γλώσσας. Γλώσσας ζωντανής, επικοινωνιακά και ανατομικά. Κι είναι ένα επάγγελμα που ο ίδιος κατηγοριοποιούσε στα ανθυγιεινά.
Είχε, λοιπόν, πολλά ελαττώματα. Γι’ αυτό και η σάτιρά του ξεκινούσε και τελείωνε πάντα από τον εαυτό του. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Δεν είναι από ταλέντο που λέω αστεία. Απλά πάσχω από γυναικομαστία» (φυσικά, κάνει και ρίμα). Όχι μόνο παραδεχόταν τις ιδεοληψίες του, όχι μόνο αυτοσαρκαζόταν, αλλά αποτελούσαν και την πηγή, το σημείο έναρξης, το βασικό φίλτρο πριν στρέψει τη σάτιρα, χωρίς χαλινάρι πια, επί δικαίων και αδίκων. Χωρίς ιδεοληψίες άλλωστε, δεν θα ήταν παρά απλώς ένας αριθμός ΑΜΚΑ. Όχι Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης, αλλά «Μειωμένης Κοινωνικής Αντιλήψεως».
Ο Πανούσης σατίριζε και τη μάνα του. Τίποτε δεν ήταν στο απυρόβλητο και τίποτε δεν θεωρούσε αρκετά σοβαρό ώστε να κωλώσει να το εμπαίξει. Βασική θέση στην κοσμοθεωρία του είχε η πεποίθηση ότι τα όρια της σάτιρας, η οποία προϋποθέτει την υπερβολή, τη σύγκριση και την ειρωνεία, τα ορίζει με τη στάση του το κοινό. Αρχίζει εκεί που τελειώνει η υπομονή κι η ανοχή των ανθρώπων, εκπορεύεται από την ανάγκη να βρεθεί ένα παυσίπονο, ένα αντίβαρο στην τραγική καθημερινότητα. Και τελειώνει εκεί που ο τελευταίος θεατής-ακροατής γυρίζει την πλάτη.
Από τον Αριστοφάνη και τον Γεώργιο Σουρή, τους οποίους θαύμαζε και θεωρούσε πνευματικούς του προπάτορες, η γνήσια και αιχμηρή σάτιρα, αυτή που φυτεύει στη συνείδηση τον σπόρο του προβληματισμού και της αμφιβολίας, στρέφεται ενάντια στην ανθρώπινη συμπεριφορά και στηλιτεύει τα κουσούρια μας και τα κακώς κείμενα της κοινωνίας. Κυρίως, όμως, έχει θεραπευτικές και απελευθερωτικές ιδιότητες, απαλύνει από τον πόνο και σκουπίζει τα δάκρυα.
Το κύριο συστατικό της στοιχείο, όμως, είναι η χαρμολύπη. Ο σατιρικός ποιητής είναι ένα αλεξικέραυνο δυστυχίας και καημού. Λειτουργεί ως αγωγός που μεταφέρει το αρνητικό φορτίο στο έδαφος και στη συνέχεια το μετατρέπει σε ηλεκτρίζουσα ψυχαγωγία. Τα αστεία του Πανούση ήταν ένας μεταμφιεσμένος λυγμός πάνω από τα συντρίμμια της Μικροαστικής μας Καταστροφής. «Ο φόβος φυλάει τα έργα» έλεγε. Τα έργα, με τα οποία επέτρεπε στον άγνωστο κοινωνό να σκύβει και να μπανίζει από την κλειδαρότρυπα την προσωπική του τραγωδία να παρενδύεται την γκροτέσκα ψυχαγωγία. Σε πολλές περιπτώσεις, σκάει στο μυαλό μετά από καιρό η συνειδητοποίηση ότι οι φαινομενικές ασυναρτησίες και χοντράδες του ήταν πολύ σοβαρές και πικρές διαπιστώσεις.
Κι έτσι τελικά ο Τζιμάκος έπεσε μέσα στον λάκκο με τ’ αστεία που έσκαβε από παιδί, όπως λέει και στο πλέον αυτοβιογραφικό του τραγούδι. Πλήρωσε ακριβά την «τέλεια ληστεία» που είχε σκαρφιστεί, καταδικάζοντας τον εαυτό του να σφουγγίζει σε όλη του τη ζωή την περιρρέουσα θλίψη με τις ευαίσθητες κεραίες του: «Το τσίρκο που 'χω στήσει, το υπόγειο μαγαζί/ βουλιάζει και με παίρνει και μένανε μαζί/ Βουτάω το μαύρο χιούμορ σε έγχρωμη οπή/ και δάχτυλο Κυρίου μού γνέφει σιωπή».
Αυτός ήταν ίσως και κι ένας από τους λόγους που η καρδιά του ήταν τόσο εύθραυστη. Η προηγούμενη φορά που κατέρρευσε ήταν επί σκηνής, ένα μήνα πριν πεθάνει. Κι όπως ο ίδιος περιέγραφε με τον ιδιαίτερο τρόπο του από το κρεβάτι της ανάρρωσης, ήταν η τρίτη φορά που πήγαινε στον άλλο κόσμο και δεν του άρεσε καθόλου. «Χωρίς σκηνικά, απέραντη μοναξιά και μύριζε αλβανική φούντα». Μέχρι που έφτασε η φορά που δεν κατάφερε να ξεγλιστρίσει και να γυρίσει «πίσω στο μπουρδέλο». Έστειλε τον ίδιο οριστικά στο μνήμα και τους θαυμαστές του στο... dark site of the mood.
Εγώ θα πρόσθετα ακόμη μια φορά που ο Τζιμάκος αποδήμησε στον άλλο κόσμο για να μας σώσει. Ήταν το περασμένο καλοκαίρι, ως Τρυγαίος, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη. Αρχής γενομένης από την Επίδαυρο, καβάλησε το σκαθάρι και πήγε στον Όλυμπο αποφασισμένος να απελευθερώσει την Ειρήνη και να μας λυτρώσει από τους εξωτερικούς κι εσωτερικούς μας πολέμους. Κι εκεί τον υποδέχτηκε ο Ερμής Ψυχοπομπός για να τον ενημερώσει ότι οι θεοί την έχουν κάνει προ πολλού απ’ την Ελλάδα.
Την ώρα που βρισκόταν στο πάλκο το αντιμετώπιζε όλο αυτό και λίγο σαν κήρυγμα. Αισθανόταν παπάς και παπατζής ταυτόχρονα. Γι’ αυτό, να πω την αμαρτία μου, όταν είδα στη φωτογραφία το φέρετρό του τον φαντάστηκα φευγαλέα ντυμένο ιερέα να τελεί την ίδια του την κηδεία. Αλλά δεν μου ήρθε να γελάσω. Ένιωσα περισσότερο ένα σφίξιμο. Ο Τζίμης πέθανε και τέλος. Και μάλιστα –τι ειρωνεία- πέθανε ακριβώς στην ηλικία του πατέρα μου, λίγο πριν κλείσει τα 64, για να μου ορίσει σε προσωπικό επίπεδο ακόμη μια σημαντική δοκιμασία απώλειας που δεν πρόκειται να ξεπεράσω όσο αναπνέω. Για να το συνειδητοποιήσω αυτό έπρεπε να δω το φέρετρο κλειστό. Κι όχι ανοιγμένο για να μπαινοβγαίνει, όπως στο τραγούδι «Μάγισσα Μανούλα». Πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι δεν θα την πάθει να ξαναγεννηθεί για μια φορά ακόμη.
Το 2018 καταγράφει την απώλεια ενός κλόουν με κοφτερό μυαλό και σχεδόν προφητικές ικανότητες. Ενός Καραγκιόζη, που ζούσε περιγελώντας την ίδια του τη μιζέρια και καρπαζώνοντας με λέξεις τους κάθε λογής Χατζηαβάτηδες. Αλλά κι ενός περφόρμερ που ΜΙΑ παράσταση έκανε πάντα. Και απευθυνόταν σ’ έναν μόνο θεατή: εσένα, αράπη μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου