Φανταστείτε, λοιπόν, μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, να δοθεί εξ ανάγκης το ηθικό άλλοθι και η ψευδαίσθηση της συμμετοχής σε μια αγαθή σταυροφορία για τη σωτηρία ενός μικρού παιδιού.
Για διάφορους λόγους, που μπορούν να θεωρηθούν και ευνόητοι, το θέμα της απαγωγής της τετράχρονης από τον πατέρα της χτύπησε κόκκινο στα ενδιαφέροντα της πάντα ανήσυχης κυπριακής κοινής γνώμης, εδώ και σχεδόν πεντέμισι μήνες. Το παιδί εντοπίστηκε, επανενώθηκε με τη μητέρα και νόμιμη κηδεμόνα του, κι είναι καιρός να το αφήσουμε στην ησυχία του. Γράφοντας αυτές τις γραμμές, μάλιστα, δεν κρύβω ότι νιώθω άβολα, έως και ενοχικά, συναισθανόμενος ότι πέφτω στην παγίδα και γίνομαι μέρος του προβλήματος το οποίο επισημαίνω.
Την ίδια παγίδα δεν κατάφερε να αποφύγει ο ίδιος ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, που αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφράσει δημόσια, μέσω Facebook μάλιστα, τη χαρά του για το αίσιο τέλος της περιπέτειας της μικρής και της οικογένειάς της, και να συγχαρεί όσους συνέβαλαν. Ο ίδιος έσπευσε μέσα σε λίγες μόνο ώρες να επιστρέψει με άλλη ανάρτηση, στο Twitter αυτή τη φορά, για να μας επισημάνει ότι η μικρή έχει δικαιώματα, όπως κάθε παιδί, παρακαλώντας να τα σεβαστούμε και παραθέτοντας την κοινή ανακοίνωση του Γραφείου της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού και της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης, που τονίζουν ακριβώς την ευθύνη και την υποχρέωση όλων, και ειδικά των ΜΜΕ, να σεβαστούν το δικαίωμά της στην ιδιωτική ζωή.
Μπορούμε φυσικά να υποθέσουμε ότι η συγκεκριμένη ανάρτηση έγινε μετά από παραίνεση των δύο θεσμών, που τρέμουν παρακολουθώντας τις διαστάσεις που συνεχίζει να παίρνει το όλο θέμα και εύλογα ανησυχούν για το πώς θα τις διαχειριστεί το παιδί και η οικογένειά του σε μια κοινωνία μικροσκοπική και κλειστή, όπως η κυπριακή. Και δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε την αντίφαση ανάμεσα στις δύο αναρτήσεις.
Δεν θεωρώ ότι ο πρόεδρος είναι φτιαγμένος από πέτρα και δεν έχω κανένα δικαίωμα να αμφισβητήσω το ειλικρινές ενδιαφέρον του για την υπόθεση. Αυτό που τίθεται υπό συζήτηση είναι η πραγματική ανάγκη να το εκφράσει δημόσια, ρίχνοντας νερό στον μύλο μιας ανεξέλεγκτης –πια– δημοσιότητας. Και φυσικά δεν μπορείς να μην πονηρευτείς από την προεκλογική συγκυρία, όπου τα επικοινωνιακά επιτελεία δεν αφήνουν τίποτα να πέσει κάτω.
Πριν στηλιτεύσουμε όμως τους άλλους, καλό είναι να ρίχνουμε και καμιά ματιά στον καθρέπτη. Όλο αυτό το διάστημα που τα ίχνη της μικρής αγνοούνταν, η δημοσιοποίηση της υπόθεσης και η εκτεταμένη χρήση της εικόνας της από τα ΜΜΕ, αλλά και σε περίοπτη θέση σε καταστήματα, γραφεία και δημόσιες υπηρεσίες θεωρήθηκε εργαλείο μιας διευρυμένης εκστρατείας εντοπισμού. Το πήραμε σχεδόν όλοι προσωπικά, σαν να ήταν δικό μας παιδί.
Για το σινάφι μας, όμως, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Δυστυχώς, ειδικά με την ξέφρενη πορεία που έχει πάρει η δημοσιογραφία στην ψηφιακή εποχή και τη διαπλάτυνση των λεωφόρων της πληροφορίας, κάθε άλλο παρά σπανίζουν οι περιπτώσεις που στο πλαίσιο ενός παράλογου ανταγωνισμού κινούνται στα όρια της δεοντολογίας ή και πέρα από αυτά, κανιβαλίζοντας αχαλίνωτα προσωπικές ζωές και υπολήψεις. Φανταστείτε, λοιπόν, μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, να δοθεί εξ ανάγκης το ηθικό άλλοθι και η ψευδαίσθηση της συμμετοχής σε μια αγαθή σταυροφορία για τη σωτηρία ενός μικρού παιδιού. Μιλάμε για το απόλυτο ξεσάλωμα.
Πίσω από την κουρτίνα των πανηγυρισμών για την «αίσια έκβαση» υπάρχει αυτή τη στιγμή μια τραυματισμένη ψυχή, ένα παιδί χωρισμένων γονιών που πέρα από τις εντάσεις και αντιδικίες που αντιμετωπίζουν άλλα συμπαθούντα παιδιά, θα πρέπει επίσης να διαχειριστεί το γεγονός ότι για τους λάθος λόγους αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα στο κυπριακό μικροσύμπαν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αν και αργά, πρέπει να δεχτούμε ότι η ιδιωτική ζωή δεν είναι μόνο δικαίωμά της, αλλά και υποχρέωσή μας.
Για διάφορους λόγους, που μπορούν να θεωρηθούν και ευνόητοι, το θέμα της απαγωγής της τετράχρονης από τον πατέρα της χτύπησε κόκκινο στα ενδιαφέροντα της πάντα ανήσυχης κυπριακής κοινής γνώμης, εδώ και σχεδόν πεντέμισι μήνες. Το παιδί εντοπίστηκε, επανενώθηκε με τη μητέρα και νόμιμη κηδεμόνα του, κι είναι καιρός να το αφήσουμε στην ησυχία του. Γράφοντας αυτές τις γραμμές, μάλιστα, δεν κρύβω ότι νιώθω άβολα, έως και ενοχικά, συναισθανόμενος ότι πέφτω στην παγίδα και γίνομαι μέρος του προβλήματος το οποίο επισημαίνω.
Την ίδια παγίδα δεν κατάφερε να αποφύγει ο ίδιος ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, που αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφράσει δημόσια, μέσω Facebook μάλιστα, τη χαρά του για το αίσιο τέλος της περιπέτειας της μικρής και της οικογένειάς της, και να συγχαρεί όσους συνέβαλαν. Ο ίδιος έσπευσε μέσα σε λίγες μόνο ώρες να επιστρέψει με άλλη ανάρτηση, στο Twitter αυτή τη φορά, για να μας επισημάνει ότι η μικρή έχει δικαιώματα, όπως κάθε παιδί, παρακαλώντας να τα σεβαστούμε και παραθέτοντας την κοινή ανακοίνωση του Γραφείου της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού και της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης, που τονίζουν ακριβώς την ευθύνη και την υποχρέωση όλων, και ειδικά των ΜΜΕ, να σεβαστούν το δικαίωμά της στην ιδιωτική ζωή.
Μπορούμε φυσικά να υποθέσουμε ότι η συγκεκριμένη ανάρτηση έγινε μετά από παραίνεση των δύο θεσμών, που τρέμουν παρακολουθώντας τις διαστάσεις που συνεχίζει να παίρνει το όλο θέμα και εύλογα ανησυχούν για το πώς θα τις διαχειριστεί το παιδί και η οικογένειά του σε μια κοινωνία μικροσκοπική και κλειστή, όπως η κυπριακή. Και δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε την αντίφαση ανάμεσα στις δύο αναρτήσεις.
Δεν θεωρώ ότι ο πρόεδρος είναι φτιαγμένος από πέτρα και δεν έχω κανένα δικαίωμα να αμφισβητήσω το ειλικρινές ενδιαφέρον του για την υπόθεση. Αυτό που τίθεται υπό συζήτηση είναι η πραγματική ανάγκη να το εκφράσει δημόσια, ρίχνοντας νερό στον μύλο μιας ανεξέλεγκτης –πια– δημοσιότητας. Και φυσικά δεν μπορείς να μην πονηρευτείς από την προεκλογική συγκυρία, όπου τα επικοινωνιακά επιτελεία δεν αφήνουν τίποτα να πέσει κάτω.
Πριν στηλιτεύσουμε όμως τους άλλους, καλό είναι να ρίχνουμε και καμιά ματιά στον καθρέπτη. Όλο αυτό το διάστημα που τα ίχνη της μικρής αγνοούνταν, η δημοσιοποίηση της υπόθεσης και η εκτεταμένη χρήση της εικόνας της από τα ΜΜΕ, αλλά και σε περίοπτη θέση σε καταστήματα, γραφεία και δημόσιες υπηρεσίες θεωρήθηκε εργαλείο μιας διευρυμένης εκστρατείας εντοπισμού. Το πήραμε σχεδόν όλοι προσωπικά, σαν να ήταν δικό μας παιδί.
Για το σινάφι μας, όμως, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Δυστυχώς, ειδικά με την ξέφρενη πορεία που έχει πάρει η δημοσιογραφία στην ψηφιακή εποχή και τη διαπλάτυνση των λεωφόρων της πληροφορίας, κάθε άλλο παρά σπανίζουν οι περιπτώσεις που στο πλαίσιο ενός παράλογου ανταγωνισμού κινούνται στα όρια της δεοντολογίας ή και πέρα από αυτά, κανιβαλίζοντας αχαλίνωτα προσωπικές ζωές και υπολήψεις. Φανταστείτε, λοιπόν, μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, να δοθεί εξ ανάγκης το ηθικό άλλοθι και η ψευδαίσθηση της συμμετοχής σε μια αγαθή σταυροφορία για τη σωτηρία ενός μικρού παιδιού. Μιλάμε για το απόλυτο ξεσάλωμα.
Πίσω από την κουρτίνα των πανηγυρισμών για την «αίσια έκβαση» υπάρχει αυτή τη στιγμή μια τραυματισμένη ψυχή, ένα παιδί χωρισμένων γονιών που πέρα από τις εντάσεις και αντιδικίες που αντιμετωπίζουν άλλα συμπαθούντα παιδιά, θα πρέπει επίσης να διαχειριστεί το γεγονός ότι για τους λάθος λόγους αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα στο κυπριακό μικροσύμπαν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αν και αργά, πρέπει να δεχτούμε ότι η ιδιωτική ζωή δεν είναι μόνο δικαίωμά της, αλλά και υποχρέωσή μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου