Ελληνική τραγωδία: Πρώτα ελληνική και μετά τραγωδία.
Ο Ιούλιος είναι για την Κύπρο ο μήνας της τραγωδίας. Αναφέρομαι στην καλή συγκυρία της συγκέντρωσης πολλών παραγωγών αρχαίου δράματος, γεγονός που δίνει την ευχέρεια σε πολλούς θεατρόφιλους να συμμετάσχουν σε μια βαθιά, ενδοσκοπική διαδικασία ζύμωσης με οικουμενικά και διαχρονικά μηνύματα. Η επαφή μας με τον ακριβό λόγο των αρχαίων ποιητών μπορεί να αποδειχτεί αποκαλυπτική, διδακτική και θεραπευτική. Σε σχέση με τον εαυτό μας και τις αγωνίες μας, αλλά και σε σχέση με την πολιτική πραγματικότητα. Είναι μια πορεία αυτογνωσίας κι αναζήτησης της αλήθειας. Ως λήθης με α στερητικό.
Ο Ιούλιος είναι ο μήνας της κυπριακής τραγωδίας. Δεν το ξεχνάμε, προετοιμαζόμαστε μια ολόκληρη χρονιά για την επιβεβαίωση της διατήρησης της άσβεστης μνήμης. Δεν κουραζόμαστε να θυμόμαστε και καλώς. Κι ακόμη καλύτερα αν αυτή η διαδικασία δεν ήταν μέρος μιας αυτοματοποιημένης ιδεολογίας αυτοθυματοποίησης, αλλά μια ανάγκη, παρά το αδυσώπητο πέρας του χρόνου, να κρατηθεί ζωντανή η φλόγα της ελπίδας για λύτρωση και δικαίωση. Αυτός ο πόθος βεβαίως είναι ευσεβής. Διότι η ιδέα της επανένωσης, με την έννοια ότι ένα μαγικό ραβδάκι θα μεταφέρει το νησί πίσω στο χρόνο και στα πρώτα χρόνια της ασθμαίνουσας κηδεμονευόμενης ανεξαρτησίας, είναι τόσο απίθανη όσο ακούγεται.
Οι νέες γενιές (αναφέρομαι φυσικά και στις δύο κοινότητες) δεν έχουν την εμπειρία της συμβίωσης γεγονός που θα μπορούσε να είναι και πλεονέκτημα, αν όλα αυτά τα χρόνια οι κραυγαλέες πολιτικές περιστάσεις και οι κοντόφθαλμες, μισαλλόδοξες αφηγήσεις δεν ψαλίδιζαν όλες τις προοπτικές.
Σε πήλινα πόδια, καταδικασμένο σε εκκωφαντική κατάρρευση, στέκεται κάθε «μομέντουμ» που αναζητεί τη «μαγική» φόρμουλα για έξοδο από τον λαβύρινθο προς έναν αξιοπρεπή και αμοιβαίο συμβιβασμό, αν πρώτα δεν έχει ζυμωθεί μέσα στη μαγιά μιας δημιουργικής επανενωτικής κουλτούρας. Η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται με λόγια και ημίμετρα και σίγουρα δεν ευδοκιμεί μέσα σε καλλιεργούμενες συνθήκες μνησικακίας και δυσπιστίας. Ειδικά όταν η «συνταγή» περιέχει τόσο αίμα και δάκρυα.
Δηλητηριασμένη από ένα πνεύμα άκρατης καχυποψίας, οποιαδήποτε σύμβαση είναι καταδικασμένη να θεωρείται λεόντειος. Κι εννοώ για όλες τις πλευρές, που πρώτιστα και πάνω από την πεζή έννοια της επιβίωσης αισθάνονται «πνιγμένες» στο δίκαιο: το ηθικό, το φυσικό, το νόμιμο. Παριστάνοντας ότι ξεχνούν πως αυτό που πάντα μετράει είναι το του κρείττονος συμφέρον. Η διασπορά της διχόνοιας σίγουρα δεν βοηθά, αντίθετα ευνοεί την παγίωση των τετελεσμένων.
Για τους Τούρκους και τους Τουρκοκύπριους, ο Ιούλιος είναι ο μήνας της «ειρηνικής τακτοποίησης». Πανηγυρίζεται μουδιασμένα γιατί ξέρουν πάντα ότι από τη στρατιωτική νίκη και την παγίωση, έστω και de facto, της για πολλούς πολυπόθητης διχοτόμησης, πάντα κάτι θα περισσεύει. Που το θέλουν και γι’ αυτό το διαπραγματεύονται.
Για την Ελλάδα ο Ιούλιος είναι ο μήνας της ντροπής. Ανέκαθεν θεωρούσα πιο εμετικές κι απ’ τα μπαϊράμια των Τούρκων για την ημέρα της εισβολής, τις επονείδιστες δεξιώσεις του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας για την επονομαζόμενη «αποκατάσταση της δημοκρατίας». Κι όχι μόνο επειδή σε κάποια φάση κατάντησαν το πιο «δήθεν» κοσμικό γεγονός στην αλλόφρονα μεταπολιτευτική Ελλάδα, για να ξεχαρμανιάζουν τη ματαιοδοξία τους από βλαχοδήμαρχοι και πολιτικάντηδες ελαφρών βαρών μέχρι ξεπουπουλιασμένοι σταρ με τα χαριτωμένα σκυλάκια τους. Αλλά κι επειδή αν είχαν λίγη τσίπα, μόνο και μόνο από σεβασμό και τύψεις για τα παραφερνάλια και το αβάσταχτο τίμημα που πλήρωσε και συνεχίζει να πληρώνει η Κύπρος, δεν θα έπρεπε να είχαν μούτρα για τέτοια πανηγύρια.
Από πού κι ως πού «δημοκρατία» η σχεδόν δια βοής και λόγω έκτακτης ανάγκης ανάληψη καθηκόντων από τον αυτοεξόριστο Καραμανλή, που σαν σήμερα, 23 Ιουλίου, έμπαινε στο αεροπλάνο του Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν με προορισμό την ενθουσιασμένη από την εξελίξεις Αθήνα; Άσε που η χούντα του Μίμη του Ιωαννίδη δεν κατέρρευσε λόγω πολιτικής πίεσης, αλλά έπεσε εκκωφαντικά ελέω μιας συγκλονιστικής εξέλιξης, η οποία πόρρω απέχει από την έννοια της «αποκατάστασης».
Οι ελληνικές τραγωδίες γράφτηκαν από Έλληνες, προφανώς με αποδέκτες πρώτιστα τους Έλληνες. Και δυστυχώς η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι αυτοί που έχουν προτεραιότητα να διδαχτούν από τη σοφία των ποιητών και τα μηνύματά τους παραμένουν τραγικά ανεπίδεκτοι μαθήσεως και επιρρεπείς σε τραγωδίες.
Ο Ιούλιος είναι για την Κύπρο ο μήνας της τραγωδίας. Αναφέρομαι στην καλή συγκυρία της συγκέντρωσης πολλών παραγωγών αρχαίου δράματος, γεγονός που δίνει την ευχέρεια σε πολλούς θεατρόφιλους να συμμετάσχουν σε μια βαθιά, ενδοσκοπική διαδικασία ζύμωσης με οικουμενικά και διαχρονικά μηνύματα. Η επαφή μας με τον ακριβό λόγο των αρχαίων ποιητών μπορεί να αποδειχτεί αποκαλυπτική, διδακτική και θεραπευτική. Σε σχέση με τον εαυτό μας και τις αγωνίες μας, αλλά και σε σχέση με την πολιτική πραγματικότητα. Είναι μια πορεία αυτογνωσίας κι αναζήτησης της αλήθειας. Ως λήθης με α στερητικό.
Ο Ιούλιος είναι ο μήνας της κυπριακής τραγωδίας. Δεν το ξεχνάμε, προετοιμαζόμαστε μια ολόκληρη χρονιά για την επιβεβαίωση της διατήρησης της άσβεστης μνήμης. Δεν κουραζόμαστε να θυμόμαστε και καλώς. Κι ακόμη καλύτερα αν αυτή η διαδικασία δεν ήταν μέρος μιας αυτοματοποιημένης ιδεολογίας αυτοθυματοποίησης, αλλά μια ανάγκη, παρά το αδυσώπητο πέρας του χρόνου, να κρατηθεί ζωντανή η φλόγα της ελπίδας για λύτρωση και δικαίωση. Αυτός ο πόθος βεβαίως είναι ευσεβής. Διότι η ιδέα της επανένωσης, με την έννοια ότι ένα μαγικό ραβδάκι θα μεταφέρει το νησί πίσω στο χρόνο και στα πρώτα χρόνια της ασθμαίνουσας κηδεμονευόμενης ανεξαρτησίας, είναι τόσο απίθανη όσο ακούγεται.
Οι νέες γενιές (αναφέρομαι φυσικά και στις δύο κοινότητες) δεν έχουν την εμπειρία της συμβίωσης γεγονός που θα μπορούσε να είναι και πλεονέκτημα, αν όλα αυτά τα χρόνια οι κραυγαλέες πολιτικές περιστάσεις και οι κοντόφθαλμες, μισαλλόδοξες αφηγήσεις δεν ψαλίδιζαν όλες τις προοπτικές.
Σε πήλινα πόδια, καταδικασμένο σε εκκωφαντική κατάρρευση, στέκεται κάθε «μομέντουμ» που αναζητεί τη «μαγική» φόρμουλα για έξοδο από τον λαβύρινθο προς έναν αξιοπρεπή και αμοιβαίο συμβιβασμό, αν πρώτα δεν έχει ζυμωθεί μέσα στη μαγιά μιας δημιουργικής επανενωτικής κουλτούρας. Η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται με λόγια και ημίμετρα και σίγουρα δεν ευδοκιμεί μέσα σε καλλιεργούμενες συνθήκες μνησικακίας και δυσπιστίας. Ειδικά όταν η «συνταγή» περιέχει τόσο αίμα και δάκρυα.
Δηλητηριασμένη από ένα πνεύμα άκρατης καχυποψίας, οποιαδήποτε σύμβαση είναι καταδικασμένη να θεωρείται λεόντειος. Κι εννοώ για όλες τις πλευρές, που πρώτιστα και πάνω από την πεζή έννοια της επιβίωσης αισθάνονται «πνιγμένες» στο δίκαιο: το ηθικό, το φυσικό, το νόμιμο. Παριστάνοντας ότι ξεχνούν πως αυτό που πάντα μετράει είναι το του κρείττονος συμφέρον. Η διασπορά της διχόνοιας σίγουρα δεν βοηθά, αντίθετα ευνοεί την παγίωση των τετελεσμένων.
Για τους Τούρκους και τους Τουρκοκύπριους, ο Ιούλιος είναι ο μήνας της «ειρηνικής τακτοποίησης». Πανηγυρίζεται μουδιασμένα γιατί ξέρουν πάντα ότι από τη στρατιωτική νίκη και την παγίωση, έστω και de facto, της για πολλούς πολυπόθητης διχοτόμησης, πάντα κάτι θα περισσεύει. Που το θέλουν και γι’ αυτό το διαπραγματεύονται.
Για την Ελλάδα ο Ιούλιος είναι ο μήνας της ντροπής. Ανέκαθεν θεωρούσα πιο εμετικές κι απ’ τα μπαϊράμια των Τούρκων για την ημέρα της εισβολής, τις επονείδιστες δεξιώσεις του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας για την επονομαζόμενη «αποκατάσταση της δημοκρατίας». Κι όχι μόνο επειδή σε κάποια φάση κατάντησαν το πιο «δήθεν» κοσμικό γεγονός στην αλλόφρονα μεταπολιτευτική Ελλάδα, για να ξεχαρμανιάζουν τη ματαιοδοξία τους από βλαχοδήμαρχοι και πολιτικάντηδες ελαφρών βαρών μέχρι ξεπουπουλιασμένοι σταρ με τα χαριτωμένα σκυλάκια τους. Αλλά κι επειδή αν είχαν λίγη τσίπα, μόνο και μόνο από σεβασμό και τύψεις για τα παραφερνάλια και το αβάσταχτο τίμημα που πλήρωσε και συνεχίζει να πληρώνει η Κύπρος, δεν θα έπρεπε να είχαν μούτρα για τέτοια πανηγύρια.
Από πού κι ως πού «δημοκρατία» η σχεδόν δια βοής και λόγω έκτακτης ανάγκης ανάληψη καθηκόντων από τον αυτοεξόριστο Καραμανλή, που σαν σήμερα, 23 Ιουλίου, έμπαινε στο αεροπλάνο του Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν με προορισμό την ενθουσιασμένη από την εξελίξεις Αθήνα; Άσε που η χούντα του Μίμη του Ιωαννίδη δεν κατέρρευσε λόγω πολιτικής πίεσης, αλλά έπεσε εκκωφαντικά ελέω μιας συγκλονιστικής εξέλιξης, η οποία πόρρω απέχει από την έννοια της «αποκατάστασης».
Οι ελληνικές τραγωδίες γράφτηκαν από Έλληνες, προφανώς με αποδέκτες πρώτιστα τους Έλληνες. Και δυστυχώς η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι αυτοί που έχουν προτεραιότητα να διδαχτούν από τη σοφία των ποιητών και τα μηνύματά τους παραμένουν τραγικά ανεπίδεκτοι μαθήσεως και επιρρεπείς σε τραγωδίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου