Από πότε είναι ντροπή
να παίζεις μουσική και να τραγουδάς; Από πότε είναι μπανάλ να εκφράζεσαι καλλιτεχνικά
στον δρόμο; Το λεγόμενο «busking» βρίσκεται ακόμη σε εμβρυακή φάση στην Κύπρο
και πρέπει να συνηθίσεις με την ιδέα ότι η κουλτούρα των ντόπιων δεν επιτρέπει
την απρόσκοπτη άνθησή του.
Βρήκες χρόνο, βρήκες κουράγιο κι όρεξη κι έκανες την κίνηση προς το
κέντρο. Νιώθεις την παλιά πόλη να σε καλεί, απέκτησε ξαφνικά– μάλλον απότομα
και κάπως βίαια– μια ζωντάνια που την κάνει αν μη τι άλλο γοητευτική. Κι
αναζητείς τις εικόνες, τους ήχους και τις μυρωδιές της. Η φασαρία και τα
μιλιούνια από τραπέζια και καρέκλες που κατέκλυσαν τους πεζόδρομους δεν σε
πτοεί. Τα μάτια και τ’ αφτιά σου αναζητούν πλανόδιους μουσικούς, την ιδιαίτερη
νότα των πολύβουων δρόμων μα και του κάθε σοκακιού ξεχωριστά.
Ο ήχος δεν είναι τέλειος, ούτε φυσικά και η ακουστική. Με δεξιοτεχνία ή
χωρίς, παίζει ο καθένας το δικό του όργανο, χαμογελά, απολαμβάνει την εκτέλεση,
προσδοκά στην προσοχή σου, θέλει να νιώσει τη μελωδία του να σου χαϊδεύει τ’
αφτιά. Κι αν τους δώσεις –προαιρετικά– κανένα φιλοδώρημα, πάει καλά. Όμως
θυμάσαι ότι βρισκόμαστε στην Κύπρο κι εδώ τέτοιου είδους πνευματική επικοινωνία
τιμωρείται. Θεωρείται επετεία. Οτιδήποτε «σπάζει» το φανταχτερό, το κιτς
κέλυφος του καθωσπρεπισμού απαγορεύεται σ’ αυτό το κρατίδιο. Και διώκεται.
Από πότε είναι ντροπή να παίζεις μουσική και να τραγουδάς; Από πότε
είναι μπανάλ να εκφράζεσαι καλλιτεχνικά στον δρόμο; Το λεγόμενο «busking»
βρίσκεται ακόμη σε εμβρυακή φάση στην Κύπρο και πρέπει να συνηθίσεις με την
ιδέα ότι η κουλτούρα των ντόπιων δεν επιτρέπει την απρόσκοπτη άνθησή του. Είναι
δύσκολο για κάποιους ναχωνέψουν ότι υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν τη ζωή κάπως
διαφορετικά, πιο αλέγκρα, ότι για κάποιους η μουσική σημαίνει κάτι παραπάνω,
είναι τρόπος ζωής.
Κι εσύ, άλλωστε, πόσες φορές δεν ζήλεψες μια μποέμικη ζωή, μακριά από
έγνοιες, προβλήματα, ευθύνες κι εκκρεμότητες. Να ζεις στον δικό σου ράθυμο
ρυθμό, να μοιράζεσαι μερικές ευχάριστες νότες με το πλήθος και τον κάθε διαβάτη
χωριστά;
Βλέπεις πρόσωπα και χαίρεσαι διότι νιώθεις ότι πολλοί από αυτούς
εννοούν να τους αντιμετωπίζεις ως ανυπότακτους δημιουργούς κι όχι ως επαίτες.
Στήσε το αφτί προσεκτικά. Θα δεις ότι σε πολλές περιπτώσεις η μελωδία
απομονώνει τη βουή των περαστικών, που εβδομάδα με την εβδομάδα αυξάνεται ενοχλητικά
στην άλλοτε μισοεγκαταλειμμένη παλιά πόλη. Αυτή η βουή κι η μουνταμάρα του
ανώνυμου πλήθους γίνεται η μουσική πλάτη πάνω στην οποία μπορείς να δεις την
καθημερινότητα να χρωματίζεται με φάλτσες, αλλά αγνές μελωδίες, αυτές που
διαθέτουν τη γοητευτική αγριάδα του αυθεντικού.
Μην αντιστέκεσαι! Αυτή είναι η δύναμη της μουσικής, της κορυφαίας εκ
των τεχνών –και μην το αρνείσαι επειδή αυτά τα άτιμα τα γονίδια δεν επιφύλασσαν
για σένα κάποιο μουσικό ταλέντο. Κάποιους από αυτούς μπορείς να τους
αναζητήσεις κάποιες άλλες μέρες και ώρες σε κάποιο ταβερνάκι, ένα μικρό μουσικό
στέκι– φαγάδικο, σε παρεΐστικο κλίμα, να γρατζουνάν ένα μπουζούκι, μια κιθάρα,
ένα λαούτο, ένα ούτι, έναν μπαγλαμά, να φυσάν σ’ ένα νέι, σ’ ένα φλάουτο.
Είναι μια φευγαλέα ευχαρίστηση για σένα σ’ ένα μάλλον μη αναμενόμενο
περιβάλλον, στον δρόμο σου, που η χαλαρή σου συγκέντρωση διαδραματίζει τον δικό
της ρόλο στην όλη διαδικασία. Το ξέρεις ότι οι περισσότεροι τους προσπερνούν
παριστάνοντας ότι δεν τους βλέπουν και δεν τους ακούν. Αυτοί χάνουν. Είναι
αμφίβολη, άλλωστε, και η αντίληψή τους για το ωραίο. Δεν σου φτάνουν. Θέλεις κι
άλλους. Να γεμίσουμε μουσικούς και μελωδίες στους δρόμους, να μας ταξιδεύουν
στο διάβα μας έστω για λίγες στιγμές.
Καλές και οι μεγαλεπήβολες συναυλίες, όμως η χάρη μιας ευγενικής
φυσιογνωμίας που παίζει το βιολί χαμογελώντας αντιμετωπίζοντας όλο τον κόσμο
σαν σκηνή, είναι άλλο πράγμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου