Σελίδες

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Για να μην πούμε μετά «δεν γνώριζα»

Ένα στρατιωτικό παράγγελμα, αποτέλεσε όλη την εβδομάδα που διανύσαμε το δημοφιλέστερο αντικείμενο σάτιρας, αστεϊσμού, αλλά και επιφανειακής πολιτικής ανάλυσης. Το αστείο, όμως, θα πρέπει σιγά- σιγά να κοπεί για να μη μας παγώσει το γέλιο στα χείλη.


Θα μπορούσα να γεμίσω αυτό το κείμενο με κλισέ. Να μιλήσω όχι για το αυγό, αλλά για το φιδάκι που ήδη εκκολάφθηκε κι έφτασε ήδη σε μήκος το 7% και πλέον βροντάει την πόρτα μας. Και ότι δεν πρέπει να κάνουμε τους κουφούς γιατί θα μας τη φορέσουν καπέλο. Θα μπορούσα να αραδιάζω βαρύγδουπες εκφράσεις, περί Δούρειου Άρματος που θα καταλάβει το Ελληνικό Κοινοβούλιο από την ορθάνοιχτη λεωφόρο της νόμιμης δημοκρατικής ενδυνάμωσης. Για άσβερκους χηνοβαδιστές, που θα περάσουν το κατώφλι του… ναού της Δημοκρατίας και θα ενδυναμώνουν τα μπράτσα τους στο γυμναστήριο της Βουλής, παρέα με την Έλενα Ράπτη.

Το ζήτημα όμως είναι στο αν ο οργανισμός της ελληνικής κοινωνίας, μέσα στη θολούρα της κρίσης, θα επιδείξει την ωριμότητα και την υπευθυνότητα να εκτιμήσει από τη σωστή πλευρά το φαινόμενο και να δημιουργήσει εγκαίρως αντιστάσεις ενάντια στη βαρβαρότητα. Στην Κύπρο δεν πρέπει να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω, διότι οι εκφραστές του ακραίου εθνικισμού λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία και ισχύει το «γιορτή δική τους, παραμονή δική μας».

Επειδή η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως τραγωδία, μπορούμε να αναλογιστούμε τα αίτια της ανόδου του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία του ’30. Στο εμπεριστατωμένο βιβλίο του «Γιατί ακολούθησαν τον Χίτλερ» (εκδόσεις Παπαδήμα) ο Γερμανός κοινωνιολόγος Στέφαν Μαρκς επιχειρεί να ερμηνεύσει την «έλξη» που ασκούσε ο εθνικοσοσιαλισμός στους οπαδούς του. Στα βασικά κίνητρα της απήχησης κυρίαρχο ρόλο παίζει το συναίσθημα. Ο Μαρκς κάνει λόγο για την υποχώρηση της ατομικής ευθύνης έναντι της «μαγικής σκέψης», με αποτέλεσμα σχεδόν όλοι να ισχυρίζονταν μετά ότι «δεν γνώριζαν τι στα αλήθεια συνέβαινε». 

Μιλάει ακόμη για την εξάρτηση από τη βία, ενώ τονίζει ότι ο εθνικοσοσιαλισμός άντλησε την ψυχοκοινωνική του δύναμη από το αίσθημα της ντροπής, προσφέροντας αμυντικούς μηχανισμούς έναντι αυτής. Τη νομιμοποίησε μέσω της εξιδανίκευσης μεγάλων μύθων, της υπόσχεσης για επανάκτηση της εθνικής τιμής, μέσω μιας κυνικής κοσμοθεωρίας περί της σκληρότητας, της αλαζονείας και της περιφρόνησης με την οποία θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν μειονοτικές κατηγορίες του πληθυσμού, που θα παίξουν το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου και της βαλβίδας εκτόνωσης της χύτρας της κοινωνίας, που βράζει από την καταπίεση και την απόγνωση.

Με μια δεύτερη ανάγνωση, το 7% της Χρυσής Αυγής, μιας μιλιταριστικά δομημένης παράταξης με ακροεθνικιστική ιδεολογία, που δεκαετίες τώρα η δράση της κινείται στις παρυφές της νομιμότητας, δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Ο ακραίος εθνικισμός δεν έπαψε ποτέ να είναι διαδομένος στην ελληνική κοινωνία, μόνο που τις τελευταίες δεκαετίες είχε υποβαθμιστεί σε λανθάνουσα κατάσταση. Βρίσκοντας τις ιδανικές οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες άρχισε πάλι να ευδοκιμεί και να θάλλει τα κνιδώδη φύλλα του και τα αιχμηρά του αγκάθια.

Απενοχοποιημένοι πλέον, όλο και περισσότεροι εκφραστές του κεφαλαιοποιούν την οργή του κόσμου, τρέφονται από την αποτυχία μιας ολόκληρης γενιάς κοκκινομάγουλων εξουσιαστών, αλλά και από την ανέχεια και τον πληγωμένο εγωισμό και πατριωτισμό των Ελλήνων. Σε μια ανασφαλή, καχύποπτη, συνωμοσιοπαρανοϊκή κοινωνία, εύκολα αντιστρέφουν όσα τους προσάπτουν τα ΜΜΕ, μιλώντας για ένα μηχανισμό που τους πολεμάει επειδή, λέει, είναι οι μόνοι που πραγματικά του αντιστέκονται.  


Πριν τις εκλογές όποιος τολμούσε να προβάλει δημοσίως τις απόψεις τους –σε μια δημοκρατική υποτίθεται κοινωνία- έτρωγε το γιαούρτι της ζωής του. Αυτό, τελικά, λειτούργησε υπέρ τους. Πλέον κερδίζουν και τις εντυπώσεις, εμφανιζόμενοι ως άνθρωποι από τα σπλάχνα του λαού, αγνοί και ανέγγιχτοι από οποιοδήποτε είδος διαπλοκής, τους οποίους καταπιέζει και λασπολογεί ένα ολόκληρο σαθρό σύστημα μέσα στον πανικό του. 

Κι επειδή πλέον η δημοκρατικά εκλελεγμένη Χρυσή Αυγή «πουλάει» περισσότερο και από το ποιος τελικά θα κυβερνήσει, τα ΜΜΕ τρέχουν και δεν φτάνουν για να καλύψουν το έλλειμμα ενημέρωσης και να τους «ξεμπροστιάσουν» στον φιλοθεάμονα ελληνικό λαό. 

Παταγωδώς αποτυχημένα, μέχρι τώρα, καθώς όλα φαίνονται να λειτουργούν υπέρ τους. Οι ίδιοι δείχνουν ότι ήρθαν για να μείνουν και έχουν δασκαλευτεί για να παίξουν και το επικοινωνιακό παιχνίδι. Το φαινόμενο είναι κάτι παραπάνω από ανησυχητικό κι όποιος το υποτιμά και το θεωρεί παροδικό, ενδέχεται να κάνει ένα πολύ επικίνδυνο σφάλμα. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου