Σελίδες

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Περί απόγνωσης και γενναιότητας

Η περίπτωση του αυτόχειρα συνταξιούχου Δημήτρη Χριστούλα φέρνει στο μυαλό τον ηλικιωμένο Ινδό αγωνιστή Μπενερτζή που μυθόπλασε ο Ναζίμ Χικμέτ στο μακρύ ποιήμά του «Γιατί αυτοκτόνησε ο Μπενερτζή;».
                                        Το δέντρο όπου αυτοκτόνησε ο Δημήτρης Χριστούλας 
                                                    
«Γράψε κάτι, οτιδήποτε, ακόμα κι αν είναι σημείωμα αυτοκτονίας», προτρέπει ο Αμερικανός συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής Γκορ Βιντάλ. Δεν μπορεί, θα πιάσει τόπο. Η απόγνωση που μετατρέπεται σε εσωτερική δύναμη, αρκετά ισχυρή ώστε να ακυρώσει το πιο βαθιά ριζωμένο από τα ανθρώπινα ένστικτα: αυτό της αυτοσυντήρησης, φαίνεται ότι κατακλύζει δυστυχώς την ελληνική κοινωνία.

Κάποιοι θεωρούν την αυτοκτονία μια πράξη γενναιότητας, κάποιοι άλλοι επιλογή φυγοπονίας. Στην Ελλάδα σήμερα παρουσιάζεται μια σχετική έξαρση του φαινομένου, ίσως επειδή αρκετοί άνθρωποι ωθούνται στα όριά τους –ηθικά, σωματικά, πνευματικά- φτάνοντας στο κρισιμότερο αδιέξοδο της ζωής τους, εκεί που έχουν ανάγκη να δείξουν στον εαυτό τους και το περιβάλλον τους ότι είναι γενναίοι, αλλά και θέλουν να γλυτώσουν από τα μαρτύρια και τις δυσκολίες.

Κάτι παρόμοιο συνέβη π.χ. και το 1929 κατά το Μεγάλο Κραχ, όταν μέσα σε ένα χρόνο αυτοκτόνησαν στις ΗΠΑ 23.000 άνθρωποι. Το απονενοημένο διάβημα είναι μια πράξη απελπισίας. Το συγκεκριμένο περιστατικό που συνέβη πριν από μερικές μέρες στο Σύνταγμα, δεν μπορεί παρά να συγκαταλέγεται στο σύνολο των περιστατικών αυτοκτονίας, που προσθέτει κατά ένα τον ψυχρό αριθμό, που είναι «φουσκωμένος» για τα ελληνικά δεδομένα.

Η διαφορά, ωστόσο, έγκειται στον τρόπο και τον τόπο που διάλεξε ο 77χρονος απόμαχος του μόχθου Δημήτρης Χριστούλας να δώσει τέρμα στη ζωή του. Αλλά, βεβαίως, και στο ιδιόχειρο μήνυμα που άφησε πίσω του. Είναι ένα «κατηγορώ», που κατακεραύνωσε όλους τους σύγχρονους διορισμένους «Τσολάκογλου», με την πεποίθηση ότι η θυσία του, το «αξιοπρεπές τέλος» του μπορεί να κατόρθωνε ότι δεν θα κατάφερνε ποτέ αν άρπαζε ένα Καλάσνικοφ κι έβγαινε στο δρόμο.

Η περίπτωσή του φέρνει στο μυαλό τον ηλικιωμένο Ινδό αγωνιστή Μπενερτζή που μυθόπλασε ο Ναζίμ Χικμέτ στο μακρύ ποιήμά του «Γιατί αυτοκτόνησε ο Μπενερτζή;». Αδύναμος και άρρωστος και συναισθανόμενος ότι δεν είναι σε θέση να ηγηθεί, αποφασίζει να αυτοκτονήσει θεωρώντας ότι με τη θυσία του αυτή προσφέρει μεγαλύτερη υπηρεσία στον αντιαποικιοκρατικό αγώνα.

«Μέσα στα μαλλιά σου και στα γένια σου/ Φώλιαζαν αετοί και περιστέρια/ Μέσα στη ματιά σου και στα χέρια σου/ Χώραγε του κόσμου η μιζέρια» λέει ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας στο τραγούδι που έγραψε για τον Μπενερτζή.

Η αυτοκτονία δεν είναι λύση σε κανένα πρόβλημα. Και η «θυσία» αυτή δεν έλυσε μεμιάς τα προβλήματα που μαστιγώνουν σήμερα το πετσί του μικρομεσαίου Έλληνα. Ήταν ωστόσο μια ξεκάθαρη πολιτική πράξη, που φυσικά «τσακίστηκαν» να βγουν δημόσια για να υποβαθμίσουν και να αποχαρακτηρίσουν οι θιγόμενοι φορείς της εξουσίας, αδιαφορώντας παντελώς αν θα κρατήσουν το στοιχειώδες τακτ που επιβάλλεται σε τέτοιες περιπτώσεις.

Αυτό που ώθησε τον 77χρονο αυτόχειρα ήταν η αίσθηση ότι μετά από τόσο κόπο και τόσες θυσίες στη ζωή, οι αγώνες και οι συμβιβασμοί που έκανε πήγαν στράφι και βρέθηκε ο ίδιος και ολόκληρη η κοινωνία με τα χέρια δεμένα. Ο ίδιος αισθάνθηκε ότι δεν μπορούσε να το αντέξει και ότι έπρεπε να κάνει κάτι που να πιάσει τόπο. Οτιδήποτε. Γιατί ένιωσε να τον πνίγει η απραξία. Η οποία, όπως επεσήμαινε ο Άγγλος ρήτορας του 18ου αιώνα Φίλιπ Τσέστερφιλντ είναι κι αυτή «ένα είδος αυτοκτονίας».


Για να μην πάει στράφι η αυτοθυσία του «σύγχρονου Μπενερτζή», πρέπει οι υπόλοιποι να συνεχίσουν τη μάχη για την κοινωνική δικαίωση, αναζητώντας επιτακτικά αποτελεσματικότερους –αλλά αν γίνεται λιγότερο σκληρούς- τρόπους για να αλλάξουν τα πράγματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου